Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Άλλαξε η ώρα, εσύ;

Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι, παγκοσμίως αποδεκτό, όπως η αλλαγή του χρόνου, η αλλαγή της ώρας, η μετάβαση σε μια εποχή, βλέπω τους ανθρώπους να προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι έφτασε η ώρα της αλλαγής.
Έτσι, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς και λίγο πριν, πολλοί είναι εκείνοι που κάνουν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε, δήθεν για να μην επαναλάβουν τα λάθη τους την επόμενη. Άλλοι, με το που φτάνει η άνοιξη, πιστεύουν πως μαζί με τα λουλούδια, θα ανθίσει και η ψυχολογία τους. Ακόμα και η αλλαγή της ώρας, είναι φορές που μας κάνει να πιστεύουμε πως το πέρασμα σε μια ολοένα μεγαλύτερη μέρα θα διορθώσει τα κακώς κείμενα της ζωής μας ή θα μας δώσει το έναυσμα να πάμε παρακάτω. 
Δικαιολογίες. Στη ζωή μας, θα υπάρχουν, πάντα, κακώς κείμενα που θα μας τραβούν πίσω. Θα είναι η δουλειά μας, μια σχέση που δεν πηγαίνει καλά, ένας κακός συνεργάτης. Την αλλαγή, την κουβαλάει ο καθένας μέσα του. Δεν έχει ανάγκη από δεκανίκια να στηριχθεί πάνω τους για να μην πέσει. Δεν έχει ανάγκη από δικαιολογίες. Αν κάτι μας τραβάει πίσω, αυτός είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Αυτός αρνείται να προχωρήσει μπροστά. Αυτός αρνείται να παραδεχτεί, αυτός αρνείται να αλλάξει. Την ευθύνη, την έχουμε εμείς.  Σε πόσες δικαιολογίες να κρυφτούμε πια;
Ωστόσο, δεδομένου ότι η ώρα άλλαξε και έφτασε η άνοιξη, σκέφτομαι πως ίσως καιρός να φυσήσει ο άνεμος της αλλαγής. 
Στο κάτω-κάτω, όλοι έχουμε ανάγκη από μια δικαιολογία, ε;

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Tέλεια με το ζόρι

Aπό τη μέρα που γεννήθηκα, το όνομά μου ήταν ''Μiss Τέλεια'' (κατά το ''Miss με το ζόρι''). Ο λόγος απλός, ήμουν τέλεια σε όλα. Όχι, δεν είμαι ψώνιο. Μην βιαστείτε να μου το καταλογίσετε. Ό,τι, όμως, κι αν έκανα, το έκανα αψεγάδιαστα. Ακόμη και σαν μωρό, ήμουν παιδί από κούνια. Σπάνια έκλαιγα, σπάνια έκανα ζημιές, σπάνια λέρωνα τα ρούχα μου. 
Αργότερα, σαν μαθήτρια, ήμουν, πάντοτε, υποδειγματική. Οι βαθμοί μου ήταν τόσο καλοί, σε όλες τις τάξεις, που ακόμα και οι καθηγητές μου είχαν αρχίσει να μονοτονούν, βάζοντας τόσα άριστα. Έπειτα, αποφοίτησα απο το σχολείο. Εννοείται με δέκα εννιά, έτσι; Το είκοσι, το είχα στο τσεπάκι αλλά ο διευθυντής ήταν της παλιάς σχολής. Ότι, δηλαδή, το είκοσι είναι μόνο του Θεού, οπότε, βολεύτηκα με λίγο παρακάτω. Το ίδιο και όλοι οι υπόλοιποι (οικογένεια, στενοί συγγενείς, φίλοι, μέχρι και η γειτόνισσα που κόντεψε να το πάρει κατάκαρδα). Εκεί που τα έδωσα, όμως, όλα ήταν όταν έπιασα δουλειά. Παρέλειψα να πω-γιατί το θεωρώ αυτονόητο- ότι μπήκα στο πανεπιστήμιο με τη μία και αποφοίτησα (και από εκεί) με άριστα (φυσικά!)
Όπως, έλεγα, όμως, τα ρέστα μου τα έδωσα στη δουλειά. Αν το πρώτο μου αφεντικό δεν ήταν τόσο τσιγκούνης, ώστε να φοβάται να ξοδέψει λίγα ψωροευρώ, μια κορδέλα θα κρεμόταν στον λαιμό μου και θα με ανακήρρυτε ''υπάλληλο του μήνα''. Μη σου πω, και της χρονιάς. Τα έκανα όλα και συνέφερα. Ένας υπάλληλος με τη μορφή δέκα. Μπορούσα να είμαι γραμματέας, διοικητικό στέλεχος, ακόμα και πορτιέρης. 
Οι δε συνάδελφοι, εικόνα στο προσκέφαλό τους με είχαν. Γιατί όχι, άλλωστε; Όποιος ήθελε να πάρει
άδεια, μου ανέθετε τις δουλειές του κι εγώ, εννοείται, πως της δεχόμουν όλες, αδιαμαρτύρητα. Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα...  Στις καλοκαιρινές άδειες, καταλάβαινα τους πάντες, ειδικά, τους έχοντες οικογένεια. Η Μαιρούλα έπρεπε να είναι με τα παιδιά της, ο Γιαννάκης με την καινούρια γκόμενα και η Ποπίτσα με την κολλητή της γιατί, μόνο, τότε, συμβάδιζαν οι άδειές τους. Κάπως έτσι, εγώ έπαιρνα άδειες τον Σεπτέμβρη, κοντά στα τέλη, που η θάλασσα είχε παγώσει και οι παρέες μου επέστρεφαν στις δουλειές τους...  Κοινώς, έμενα με το παγωτό στο χέρι.
Ποιες παρέες, βέβαια, αφού κανείς δεν με άντεχε.  Όποτε, κάποιος από τους φίλους μου αργούσε στο ραντεβού μας, του έκανα σκηνή, γιατί ως όφειλε, δεν ήταν στην ώρα του. Γενικότερα, πίστευα πως, μόνομ η τελειότητα κάνει τον κόσμο να γυρίζει.
 Ώσπου μια μέρα, περπατώντας στο δρόμο, αγκαζέ με τους φακέλους της Μαιρούλας (την είχε κάνει κοπάνα για διήμερο με τον άνδρα της κι εγώ την αντικαταστούσα), γλίστρησα και σκόνταψα. Οι φάκελοι κυλίστηκαν στις λάσπες και το λευκό, τέλειο ταγέρ μου έγινε μαύρο. Δύο πιτσιρικάδες έβαλαν τα γέλια και με έδειχναν με το δάχτυλο. Σηκώθηκα όρθια στα γρήγορα, μήπως και περισώσω, πέρα από τους φακέλους, τη χαμένη υπερηφάνια μου.
Έπειτα, κοιτάχτηκα σε έναν καθρέφτη στον τοίχο κάποιου καταστήματος. Πρώτη φορά, με έβλεπα σε καθρέφτη σε τέτοιο χάλι. Συνήθως, πρώτα, φορούσα τα ακριβά, τέλεια ρούχα μου, χτένιζα τα μακριά, τέλεια μαλλιά μου και μετά, καθρεφτιζόμουν.
Αυτή τη φορά, όμως, αυτή που με κοιτούσε στον καθρέφτη, ήταν χάλια. Ωστόσο, το  βλέμμα ήταν οικείο, γνωστό. Το χειρότερο όλων ήταν πως αυτή η 'ξένη' μου άρεσε, γιατί ήταν ανθρώπινη. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα πως τόσο καιρό δεν ήμουν ''Miss τέλεια'',  αλλά Miss Ψεύτικη. Τόσο ψεύτικη, που παραλίγο να μην με αναγνωρίσω και η ίδια. 
Σε μια μαγική στιγμή, πέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η ζωή μου. Τι είχα πετύχει τόσα χρόνια; Τίποτα, γιατί είχα ξεχάσει να ζω και η ''ξένη'' του καθρέφτη ήρθε από το πουθενά να μου το θυμίσει. Ήταν η στιγμή της μεγάλης αλλαγής. Σκέφτηκα όσους θα απογοήτευα, αλλά για πρώτη φορά, δεν με ένοιαζε. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν πώς θα αναπλήρωνα τις στιγμές που έχασα, κάνοντας πράγματα μόνο για μένα. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι τόσο άσχημο να είσαι ''τσαλακωμένη'', χώρια που γλιτώνεις το σίδερο, ε;


Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα

Κοιτάζω, σπάνια, τις διαφημιστικές ταμπέλες στο δρόμο. Συνήθως, με ενοχλούν τα έντονα χρώματα κι ο ακόμα πιο έντονος φωτισμός τους το βράδυ. Καμιά φορά, όμως, ρίχνω μια ματιά σε αυτές στο μετρό, κυρίως, επειδή παρουσιάζουν μουσικές και θεατρικές παραστάσεις. 
Το βλέμμα μου πέφτει σε διαφήμιση ιδιωτικού καναλιού. Το σλόγκαν παραδέχεται πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα. Στο μεταξύ, στο μυαλό μου ''σκάνε'', ήδη, φράσεις του τύπου ''τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία'' και διάφορα κλισέ της εποχής. 
Είναι, όμως, παραδέχομαι πως από τις λίγες φορές που μια διαφήμιση καταφέρνει τόσο καλά να παίξει με το μυαλό μου. Παράλληλα, λοιπόν, με τα κλισέ που αναβοσβήνουν στο μυαλό μου, σαν πινακίδες από νέον το βράδυ, σκέφτομαι μερικά από τα ωραιότερα πράγματα που δεν είναι πράγματα κι όμως, γεμίζουν την ψυχή και σε κάνουν να αισθανθείς πλούσιος, έστω και για ένα λεπτό.
Μια βόλτα στη θάλασσα καθώς ο ήλιος δύει, ένα παιδικό χαμόγελο, μια νύχτα με φεγγάρι, ένα τηλεφώνημα από πρόσωπο αγαπημένο, η φιλία που ενώνει δύο ανθρώπους, το γέλιο, η αγάπη σε όλες τις μορφές της, μια αγκαλιά, ο έρωτας...
Και η μουσική παίζει δυνατά στο αυτοκίνητο. Ζήσε τις στιγμές. Αξία: ανεκτίμητη (μετά από αυτό, καμία διαφήμιση δεν έμεινε παραπονεμένη).

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Θυμήσου πόσα μου χάρισες, Βασίλης Πέρρος

Ο συγγραφέας και φίλος, Βασίλης Πέρρος, γράφει (για την ακρίβεια, μίλησε, κιόλας) για το μυθιστόρημά μου, Θυμήσου πόσα μου χάρισες, που κυκλοφορεί από τη Δυάς εκδοτική.

Πρώτα απ΄ όλα να σας καλησπερίσω όλους με τη σειρά μου και να ευχαριστήσω τη Νατάσα Γκουτζικίδου, που μου εμπιστεύτηκε την παρουσίαση του βιβλίου της. Με τη Νατάσα συναντηθήκαμε και γνωριστήκαμε τυχαία, σε κάποια παρουσίαση βιβλίου, στο κέντρο της Αθήνας, πριν λίγα χρόνια… Από τότε άρχισα να διαβάζω τα βιβλία της και ομολογώ ότι με συνεπήρε ο τρόπος γραφής και η ευρηματική σκέψη της. Μα πιο πολύ εκτίμησα και εκτιμώ τον άνθρωπο Νατάσα. Έναν άνθρωπο συγκροτημένο, γεμάτο όρεξη, πάθος και ευαισθησίες. Μία γυναίκα που χρωματίζει ότι βρίσκεται γύρω της, με την ομορφιά της ψυχής και του χαρακτήρα της.
Σ΄ ευχαριστώ Νατάσα που μου πρότεινες να προλογίσω το βιβλίο σου και θέλω να σου τονίσω πως είναι τιμή για μένα να βρίσκομαι απόψε εδώ, μαζί σου …και μαζί με τους όμορφους φίλους και αναγνώστες σου.
Το να εμπιστεύεσαι όμως Νατάσα σε συγγραφείς, τη γνώμη για το ταξίδι σου στη λογοτεχνία, είναι σα να αφήνεις ναυτικούς να κρίνουν την ρότα σου στο πέλαγος… Σ΄ ένα ταξίδι με ένα πλοίο γεμάτο επιβάτες, που λαχταρούν μαζί σου να γίνουν ένα με την αρμύρα της θάλασσας, να γεμίσουν τα μάτια τους εικόνες, να γνωρίσουν καινούριες Ιθάκες… Σ΄ ένα τέτοιο ταξίδι, δεν έχει σημασία τι θα πουν άλλοι καπεταναίοι… μα έχει σημασία ο επιβάτης… η δική του γνώμη.. η δική του απόλαυση. Θέλω να πω σ΄ αυτό το σημείο, πως ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Νατάσας σαν συγγραφέας, μα το τελείωσα σαν αναγνώστης… Απλός επιβάτης στο δικό της ταξίδι… Επιβάτης, αναγνώστης, θεατής, που απόλαυσα λέξη λέξη, κάθε γεγονός, κάθε εικόνα… Επιβάτης σ΄ ένα ταξίδι τόσο μεστό από εικόνες και χρώματα, αλλά και τόσο μακρινό, τόσο αγωνιώδες… περνώντας μέσα απ΄ τη ροή των εκρηκτικών αποκαλύψεων και των αναπάντεχων γεγονότων.
Νατάσα, κράτησα στα χέρια μου ένα βιβλίο που αποτύπωσε μέσα μου εικόνες και συναισθήματα έντονα… Ένα βιβλίο ανεπιτήδευτα καλογραμμένο, που από την πρώτη σελίδα δεν με άφηνε να το κλείσω. Η αλήθεια είναι πως αυτό το μυθιστόρημα, έχει αυτό που λέμε… κάτι απ΄ όλα μέσα του… Έχει κάτι από κοινωνική περιπέτεια, από αισθηματική ιστορία, από αστυνομικό μυθιστόρημα… κάτι απ΄ όλα, σε μια συνταγή μαγική… με μια αναλογία δύναμης και πάθους. Και λέω δύναμης… γιατί έχει τη δύναμη να σε καθηλώσει, να σε κάνει να συγκινηθείς, να προβληματιστείς, να θυμώσεις… να ταξιδέψεις…
Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος η Μελίνα, ένα κορίτσι βουτηγμένο στην κατάθλιψη της μοναξιάς, στην απόρριψη της αγάπης… μα μια όψιμη αγωνίστρια της ζωής, ένα πρόσωπο που καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία εκείνα που κάνουν μια ύπαρξη, μια γυναίκα… όμορφη, μυστηριώδη, και την μετατρέπουν σε πρωταγωνίστρια της ζωής…
Η Μελίνα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος της Νατάσας, προσπαθεί με αγωνία σε όλη τη διάρκεια της πλοκής, να ξεφύγει από τη δική της φυλακή, τη φυλακή της μοίρας της….
Πολλές οι συμπτώσεις, περίεργη η εξέλιξη της μοίρας, αγωνιώδης η τροπή των γεγονότων, κάνουν τον αναγνώστη να ρουφάει τις σελίδες του μυθιστορήματος, όχι μόνο για να δει το παρακάτω… μα για να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου, αναζητώντας τη δική του κάθαρση, τη δική του δικαίωση.
-Η αυτοκτονία της Μαρίνας…
-ένας παλιός θρύλος που στοιχειώνει έναν τόπο ολόκληρο…
-δυο αδέλφια που ζουν συμβατικά κάτω απ΄ την ίδια στέγη…
-μια προτομή που συμβολίζει τη μακροχρόνια δωρεά στο μυστικό της οικογένειας…
-ένας φάκελος που αποκαλύπτει το σκληρό παρελθόν…
-ένας γάμος που ξέφτισε στο φως της αλήθειας…
-και μια απόφαση ζωής, ένα γερό ταρακούνημα στην ψυχή της ηρωίδας, της Μελίνας… που μετατρέπει την κατάθλιψη σε όρεξη για ζωή… και την παράδοση στη μοίρα, σε λαχτάρα για όνειρα…
Ήρθα εδώ απόψε αρχικά για να σας μιλήσω για το μυθιστόρημα «Θυμήσου πόσα μου χάρισες»… ήρθα για να μιλήσω μαζί σας, για να σας παρουσιάσω την τροπή, την εξέλιξη, το ύφος, το χρώμα του βιβλίου… Όμως στην πορεία άλλαξα γνώμη… Δεν θέλω να σας πω άλλα, δεν θέλω να πείσω… Θέλω μονάχα να ευχαριστήσω τη συγγραφέα, για την απόλαυση που μου πρόσφερε μέσα από τις σελίδες της και να της πω, πως… τελικά και σε μένα χάρισε πολλά… ευχαριστώ πολύ

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Μη σταματήσεις να γελάς

Λατρεύω το γέλιο. Το γέλιο, το αληθινό, το αυθόρμητο. Εκείνο που βγαίνει αβίαστα και γαληνεύει τα έσω, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. 
Περισσότερο, όμως, λατρεύω τους ανθρώπους που με κάνουν να γελάω. Εκείνους, που εκτός από καρδιά, έχουν μια φλόγα άσβεστη στην ψυχή να καίει χειμώνα-καλοκαίρι, με το ίδιο πάθος. 
Εκείνους, που αντιλαμβάνονται πότε κλαις (κι ας μην σε βλέπουν, δεν χρειάζεται) και κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να γελάσεις. 
Άλλος, σου στέλνει το ζώδιο της ημέρας, κατηγορώντας τον ανάδρομο Ερμή για την κατάντια σου/μας ή ψάχνει να βρει τον αστρολόγο με τις καλύτερες προβλέψεις. Άλλος, παρότι μπορεί να είναι σε χειρότερη κατάσταση από σένα, σου στέλνει ένα μήνυμα γεμάτο χιούμορ, οπότε θες, δεν θες, θα γελάσεις. Κι άλλος, σου φέρνει στη δουλειά το πρωινό του δημιούργημα, καλλιτεχνικής εμπνεύσεως, βεβαίως-βεβαίως, γιατί ξέρει ότι θα γελάσεις.
Κάπως έτσι, σκέφτεσαι πως ό,τι αξίζει είναι μια ζωή με γέλιο. Ό,τι αξίζει είναι να έχεις δίπλα σου ανθρώπους που σε κάνουν να γελάς. Ανοίγω το ραδιόφωνο και το τραγούδι που παίζει συνηγορεί απόλυτα στις σκέψεις μου. Μ' αρέσεις γιατί...

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η δύναμη των λέξεων

Λένε πως οι λέξεις έχουν δύναμη. Λέω, πως οι λέξεις έχουν ψυχή. Ζωντανεύουν και φτιάχνουν μικρά θαύματα. Κάνουν τους ανθρώπους να μισούν, να αγαπούν, να συμπαθούν ή να αντιπαθούν, να ερωτεύονται... 
Πόσες φορές δεν κρεμαστήκαμε απο τα χείλη κάποιου, σαν πολυέλαιοι, επειδή χειριζόταν εξαιρετικά τον λόγο; Πόσες φορές δεν γλυκαθήκαμε με μια λέξη, αντί με γλυκό του κουταλιού συκαλάκι και πόσες φορές δεν πικραθήκαμε, επειδή μια λέξη έφερνε περισσότερο σε δηλητήριο; 
Η απάντηση, σύντομη και απλή: πολλές.
Δεν ξέρω τι σόι ηχώ έχει η κάθε λέξη. Ξέρω, πάντως, μία που όταν την ακούν οι άνθρωποι πανικοβάλλονται και αυτή, δεν είναι άλλη από το τέλος. Ξέρω πολλά τέλη, και δεν αναφέρομαι στα τέλη κυκλοφορίας και άλλα (πολύ) δυσάρεστα. 
Το τέλος μιας φιλίας, μιας επαγγελματικής συνεργασίας, μιας σχέσης (με αυτόν τον τίτλο μέχρι και Όσκαρ πήραμε. Πήραμε, πήραν, δεν έχει σημασία).
Η λέξη 'τέλος' τρομάζει γιατί έχει οριστικό και ενίοτε, αμετάκλητο χαρακτήρα. Σημαίνει αυτό που όταν τελειώσει, δεν θα αρχίσει ξανά ή και να αρχίσει δεν θα είναι ποτέ ίδιο. Κάτι θα έχει ραγίσει, κάτι θα έχει σπάσει ανεπανόρθωτα. Ακόμα κι αν καταφέρεις να το κολλήσεις, πάντα, κάτι θα λείπει. Θα είναι εκείνο το μικρό, κομματάκι που έχει θρυμματιστεί τόσο πολύ, ώστε δεν αξίζει καν να το αναζητήσεις, οπότε, μοιραία, θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων. 
Τότε, ακριβώς, οι άνθρωποι πανικοβάλλονται. Πανικοβάλλονται γιατί καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα κατάσταση, όπου θα κυριαρχεί το ''χωρίς'' και το ''άνευ''. Χωρίς τον φίλο που έχασες, χωρίς εκείνον που νόμιζες για έρωτα της ζωής σου, χωρίς το συνεργάτη που εμπιστευόσουν.
 Υπάρχουν, όμως κι εκείνοι, οι άλλοι, που γοητεύονται από το άγνωστο, που ξέρουν πως όλα ή σχεδόν όλα σε αυτή τη ζωή, κάποτε, τελειώνουν. Είναι εκείνοι που προσδένονται γερά στη θέση τους, σφίγγουν τα δόντια, τελειώνουν ό,τι δεν πάει άλλο με οποιοδήποτε κόστος και πάνε παρακάτω.
Άλλωστε, κάθε τέλος είναι μια νέα αρχή. 
Εσύ που γκρινιάζεις, μπορεί στην επόμενη στροφή να βρεις ό,τι αναζητάς κι αυτό δεν μπορεί παρά να έχει, μόνο, ένα όνομα ξαφνικός έρωτας Γύρνα το τιμόνι.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Βράδια Σαββάτου

Στα 15, τα Σαββατόβραδα φαντάζουν μαγικά, ιδίως αν δηλώνεις λάτρεις των '80ς και '90ς, οπότε κινδυνεύεις να παρασυρθείς από τον ''Πυρετό το Σαββατόβραδο''  και να το ρίξεις στο χορό ή στο τραγούδι, όπως τόσοι και τόσοι.
Λογικό. Τα Σαββατόβραδα φέρνουν στο μυαλό κάτι από ιεροτελεστία. Συνεπάγονται έξοδο από το σπίτι, ανημοπονησία να δεις εκείνον ή εκείνη που σου έχει πάρει τα μυαλά, φλερτ, ένα φιλί για καληνύχτα. 
Μεγαλώνοντας, η μαγεία χάνεται. Τα Σαββατόβραδα παύουν να έχουν την ίδια αξία. Δεν συνεπάγονται, απαραίτητα, έξοδο από το σπίτι, ούτε φλερτ ή ένα φιλί για καληνύχτα. Ευτυχώς, ο έρωτας δεν χάθηκε, ακόμα, ούτε και θα χαθεί. Το πιστεύω ακράδαντα, παρά τις προσπάθειες κάποιων να μας πείσουν για το αντίθετο. 
Συχνά, όμως, συνεπάγονται μοναξιά ή μοναχικότητα, απογοήτευση και ενίοτε, μελαγχολία. Το παράξενο αυτό συναίσθημα που σε αποπροσανατολίζει και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είσαι τρελός ή κάπου μέσα σου, ''φυτρώνει'' ακόμα λίγη λογική...
Η ελπίδα πως τα καλύτερα  θα έρθουν, δεν ξέρω πού βρίσκεται κρυμμένη τα Σαββατόβραδα. Φαντάζομαι πως τα πίνει κάπου, σε κάποιο μπαρ ακούγοντας το ίδιο τραγούδι που ακούω κι εγώ τώρα. http://www.youtube.com/watch?v=c8gs3fKJzNU.
Τουλάχιστον, υπάρχει.
 Κάτι είναι κι αυτό.
Συμπέρασμα, η γη γυρνάει ακόμα...