Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Απλώς, χαμογελάς


-Ξέρεις ποια είναι η καλύτερη ώρα της μέρας;
-Ποια;
-Η ώρα που πας για ύπνο και κοιτάς πίσω τη μέρα που πέρασε, όσα προηγήθηκαν και χαμογελάς, όχι επειδή όλα κύλησαν ομαλά και είχες όσα ήθελες. 
Χαμογελάς γιατί μίλησες με έναν αγαπημένο φίλο και μοιραστήκατε τη στεναχώρια σας, γιατί η ζωή σου έφερε ένα αληθινό αερικό, γιατί νιώθεις ότι δικαιώνονται όσα προσπάθησες. 
Χαμογελάς ακόμα και στη σκέψη εκείνων που δεν έχεις, κι ας κοιμηθείς ακόμα μια φορά μόνος με μαξιλάρι τα όνειρά σου και σεντόνι τις ελπίδες σου. 
Χαμογελάς για εκείνους που δεν προσπάθησαν ποτέ να σε καταλάβουν, γιατί ξέρεις πως θα έρθει μια στιγμή που η όποια αλήθεια θα φανερωθεί σαν τις μάσκες που πέφτουν από τα ήδη απογυμνωμένα πρόσωπα. 
Χαμογελάς, γιατί ξέρεις πως έχεις μια τεράστια αγκαλιά ικανή να ανοίξει. 
Ξέρεις τι είναι να ζεις χωρίς αισθήματα; 
Πώς θα μυρίσεις το λουλούδι χωρίς όσφρηση; 
Πώς θα απολαύσεις το κρασί σου χωρίς γεύση; 
Γίνεται, δεν γίνεται. 
Έτσι είναι κι όταν ζεις χωρίς αισθήματα, έτσι είναι όταν δεν ξέρεις πώς είναι να ανοίγεις την αγκαλιά σου αλλά εσύ χαμογελάς γιατί ξέρεις πώς είναι, ακόμα κι όταν πονάς. 
Χαμογελάς γιατί τα μάτια σου μπορεί να έχουν πλημμυρίσει από δάκρυα, αλλά κάποια στιγμή θα κοιμάσαι στην πιο φιλόξενη αγκαλιά του κόσμου. 
Απλώς, χαμογελάς. 
Μετά, γύρισε πλευρό και αποκοιμήθηκε.

Καληνύχτα, λοιπόν


-Δεν μου αρέσουν οι καληνύχτες, σημαίνει πως κάτι τελειώνει κι εγώ δεν ήθελα να τελειώσουν οι νύχτες μαζί σου. Προτιμούσα τις καλημέρες, σαν να ξεκινούσαμε από την αρχή. Ξανά και ξανά, κι ας φτιάχναμε νέες μνήμες, νέα όνειρα. Βάζαμε ένα κομματάκι μας, ένα δικό σου- κι ας ήταν "βαρύ", μερικές φορές- κι ένα δικό μου, γκρινιάρικο σαν εμένα αλλά δεν πείραζε, γιατί ήμασταν εμείς. Καλημέρα ήθελα μόνο να σου λέω.
Έπειτα, νύχτωσε.
Καληνύχτα, λοιπόν...

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Πού πάνε τελικά οι παλιές αγάπες;

Ένα τραγούδι παίζει δυνατά στο ραδιόφωνο κάποιου περαστικού αυτοκινήτου. 
Ο άνεμος το ταξιδεύει παντού. 
Η μελωδία, γνώριμη και αγαπημένη. 
Ο στίχος το ίδιο. 
Μιλά για τις παλιές  αγάπες που πήγαν στον Παράδεισο. 
Σηκώνω τα μάτια από το χαρτομάνι. 
Το ίδιο και η συνάδελφος από το διπλανό γραφείο. Πρόσφατα χωρισμένη, κλαίει ακόμα τον «μακαρίτη». 
Μια συμπάθεια την αισθάνομαι, το ομολογώ. 
Ένας χωρισμός δεν είναι ποτέ εύκολος, αλλά κάποτε οφείλεις στον εαυτό σου να γυρίσει τη σελίδα.
 Άλλωστε μην ξεχνάς, τη ρημάδα την Ιστορία τη γράφεις εσύ και μάλιστα, με ό,τι τίτλο και γραμματοσειρά θες. 
            «Ελπίζω να είναι καλά όπου και αν βρίσκεται. Λες να με σκέφτεται καθόλου;» αναρωτιέται μεγαλόφωνα.
          «Δηλαδή βρε αγάπη, αν σε σκεφτόταν δεν θα το ξέραμε; Θα σε έπαιρνε ένα τηλέφωνο, ένα mail, κάτι. Εν ανάγκη, υπάρχουν και τα σύννεφα καπνού. Εσύ σε μια ταράτσα, αυτός στην άλλη. Πάντως, θα το ξέραμε» θέλω να της φωνάξω, αλλά συγκρατούμαι. Είναι άλλωστε μια σκέψη  που όλοι έχουμε κάνει, με την ελπίδα πως δεν ''παλιώσαμε'' απότομα για εκείνον που κάποτε αποτελούσε το κέντρο του κόσμου μας.
            «Τον αγαπάω ακόμη. Θέλω να είναι καλά εκεί που βρίσκεται. Ξέρεις, τη μέρα που χωρίσαμε του ευχήθηκα να μην ευτυχήσει ποτέ μακριά μου. Ήταν τόσο άσχημο από πλευράς μου όλο αυτό».
            Τώρα εμένα, γιατί αυτό μου κάνει φυσιολογικό, ας μην το κάνουμε θέμα. Την κακία μας όλοι την έχουμε πει σε ανάλογες περιπτώσεις. Το λες και ανθρώπινο, ρε αδελφέ.
            «Ας είναι καλά, εμένα αυτό μου αρκεί».
 Γυρίζει στη δουλειά της, αλλά ξέρω πως μέσα στο συρτάρι της έχει φωτογραφίες από τις τελευταίες διακοπές που πέρασαν μαζί. Βέβαια, ούτε που της περνάει από το μυαλό πως την ώρα που αυτή θρηνεί και σπαράζει σαν σε αρχαία τραγωδία, αυτός ενδεχομένως ρίχνει ήδη τα δίχτυα του στην όμορφη στο απέναντι τραπέζι.
            Τελικά, μπας και το άσμα είχε δίκιο; Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο ή μήπως τις στέλνεις στο καλό και πας παρακάτω; Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω την καταραμένη υποψία ότι ο χρόνος γλυκαίνει τις αναμνήσεις.
Έτσι, η παράλογη κατ’ εσέ επιθυμία του να πηγαίνει κάθε Κυριακή στο γήπεδο έγινε ξαφνικά η ανάγκη του να ξεσκάσει λιγάκι με τους φίλους του.
Τα δε άδεια κουτιά πίτσας πάνω στο νεροχύτη, που θύμιζαν τον πύργο της Πίζας, δεν ήταν τελικά τόσο άσχημα. Αν το δεις μάλιστα το θέμα αποστασιοποιημένα από κατσαρίδες και κοριούς, το δωμάτιο την είχε μια μινιμαλιστική διάθεση.
Μην σου πω ότι ξαφνικά αντέχεται ακόμα και το γεγονός ότι είχε τρελή αδυναμία στη μάνα του. Ξαφνικά από μαμάκιας -ένα διόλου σπάνιο είδος-έχει μετατραπεί σε γλυκό και στοργικό γιο. Μέχρι και θέση στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας διεκδικεί. Να τον βλέπουμε, να τον θαυμάζουμε! 
Τελικά, όσο το σκέφτομαι τόσο πείθομαι. 
Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο γιατί εμείς τις στέλνουμε εκεί.
 Φταίει  μάλλον που έχουμε ανάγκη τη συμφιλίωση μαζί τους. 
Φταίει που δεν αντέχουμε να σκεφτόμαστε ότι η επιλογή μας ήταν λάθος. 
Κι ακόμα χειρότερα, όταν είμαστε μόνοι μας και έχουμε ανάγκη μια αγκαλιά, αναπολούμε εκείνον που κάποτε μας χάρισε έστω και μερικά ψήγματα ευτυχίας
Μα αν οι παλιές αγάπες άξιζαν τον κόπο θα ήταν δίπλα μας και δεν θα χρειαζόταν να τις βγάλουμε από την ντουλάπα με τη ναφθαλίνη…


Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Τα ετερώνυμα (δεν) έλκονται

Την είχα πάντοτε την απορία πώς είναι δυνατόν τα ετερώνυμα να έλκονται. Έχετε ακούσει φαντάζομαι τη θεωρία (αυτήν που σουφρώσαμε από την επιστήμη της Φυσικής) που υποστηρίζει πως δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες μπορούν να ταιριάξουν όπως ο τέντζερης με το καπάκι, ακριβώς εξαιτίας της αντίθεσης που τους χαρακτηρίζει. Ένα πράγμα σαν να περιμένεις να «δέσει» ο Ταύρος με τον Τοξότη. Ο Ταύρος θέλει τη μονιμότητα και ο Τοξότης την αλλαγή. Ο πρώτος στέκεται πάντοτε σοβαρός, ενώ ο δεύτερος ανοίγει  το στόμα του όποτε να 'ναι και όπου να 'ναι και δεν ξέρει τι λέει. 
Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; Ξέρω τι θα ακούσω για συνέχεια, πως ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο υπάρχουν και άλλες αποχρώσεις όπως το γκρι, αρκεί να το θέλουν και οι δύο πλευρές. Και μάλλον αυτό ισχύει, μα μόνο σε ό, τι αφορά στο αγαπημένο μου φόρεμα που είναι δίχρωμο. Του προσέθεσα κι ένα φουλάρι διαφορετικού χρώματος και έγινε πραγματικά εξαιρετικό!
Η ιστορία σε αυτές τις περιπτώσεις πάει κάπως έτσι: κορίτσι γνωρίζει αγόρι, φλερτάρουν και αυτό είναι η αρχή μίας σχέσης. Στην πορεία φαίνεται πως διαφέρουν ακόμη και στα απλά: εκείνη χαλαρώνει διαβάζοντας Λογοτεχνία κι εκείνος βλέποντας τον Θρύλο. Εκείνη λατρεύει τον γαύρο τηγανητό κι εκείνος τον έχει κάνει θεό. Εκείνη ασχολείται με την πολιτική και τα κοινά ενώ εκείνος προτιμά να ξεσαλώνει στα μπουζούκια παρέα με φίλους. Μου λέτε πού θα κλείσουν ραντεβού αυτοί οι δύο; Όσο  ζουν τον μεγάλο, παραμυθένιο έρωτα θα βρεθούν κάπου στο ενδιάμεσο, όπουν κι αν είναι αυτό το ενδιάμεσο. Εκείνη θα καταπιεί το γεγονός πως ο καλός της δεν γνωρίζει τον Καμύ κι εκείνος θα δεχτεί να τρώει κάθε Τρίτη γαύρο από τη λαϊκή.
Όταν όμως ο έρωτας φύγει, τι θα μείνει πίσω; Οι διαφορές που πριν φαίνονταν χαριτωμένες, τώρα φαντάζουν ακόμα και ανυπόφορες, ειδικά αν ο γαύρος είναι ξεροτηγανισμένος και η ομάδα δεν πηγαίνει καλά! Για να αντέξεις κάποιον δίπλα σου, ιδίως αν ποντάρεις σε αυτό το «πάντα», δεν θέλεις τον «ετερώνυμο» σύντροφο. Έχεις ανάγκη τον «ομώνυμο», αυτόν με τον οποίο θα επικοινωνείς στην ίδια γλώσσα και δεν θα έχεις ανάγκη μεταφραστή. Χρειάζεσαι στο πλευρό σου αυτόν με τον οποίο τα θέλω σας συγκλίνουν, το ίδιο και η στάση σας απέναντι στη ζωή.   
                Συμπέρασμα: αφήστε τη Φυσική και ασχοληθείτε με τα Μαθηματικά. Είναι βέβαιη επιστήμη και με θεωρήματα που ενέχουν πάντοτε επαλήθευση.  Βέβαια, η ζωή δεν είναι κλάσμα να μιλάς για ομώνυμα και ετερώνυμα, ούτε και οι άνθρωποι. Όπως λέει και η φίλη μου η Σοφία, αν μη τι άλλο, κράτησε κοντά σου εκείνον ή εκείνην που θα σου μάθει να μιλάς μια νέα γλώσσα. Τη γλώσσα που θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο...


Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ξέρω τι έκανες πέρσι το καλοκαίρι

Θυμάμαι κάτι καλοκαίρια-όχι πολύ παλιά, μόλις μια δεκαετία πριν- που η Αθήνα έμοιαζε με έρημη πόλη τον Αύγουστο. Στο κέντρο, συναντούσες κυρίως τουρίστες και αλλοδαπούς, που αράδιαζαν την πραμάτεια τους δεξιά και αριστερά στους κεντρικούς δρόμους. Άντε, και κανένα σκύλο, που γάβγιζε πότε-πότε για να σπάει η μονοτονία. 
Για τα προάστια της Αθήνας, ειδικά για τα πιο απομονωμένα, ούτε λόγος. Αισθανόσουν πως περπατούσες σε πόλη-φάντασμα, μόνο η πόρτα από το σαλούν του Φαρ Ουέστ να τρίζει, έλειπε για να συμπληρωθεί ιδανικά το σκηνικό.  
Ως γνωστόν, ο Αύγουστος για τον Έλληνα έχαιρε  πάντα ιδιαίτερης εκτιμήσεως. Μαζεύαμε τα μπογαλάκια μας, κλείναμε τις επιχειρήσεις μας και ό,τι άλλο είχαμε ανοιχτό και την κάναμε γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη, δήθεν να γιορτάσουμε με ευλάβεια τον Δεκαπενταύγουστο. 
Εξυπακούεται πως ούτε οι μισοί Έλληνες, αν ερωτηθούν, δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα τι ακριβώς τιμούμε,αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.  
Στις λιγοστές φορές που ως παιδί έμεινα στην Αθήνα τον Αύγουστο, γιατί και η δική μου οικογένεια στους παραπάνω ανήκε, θυμάμαι να με πιάνει μια τρομαχτική μελαγχολία, σε σημείο να ανυπομονώ να έρθει ο Σεπτέμβρης. 
Το φετινό καλοκαίρι όμως στην Αθήνα θα είναι διαφορετικό, όπως και όλα των τελευταίων χρόνων. Θα υπάρχει κόσμος, ζωή, εκεί όπου άλλοτε δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο ερημιά.  
Το σπουδαιότερο όμως δεν είναι αυτό,
Το σπουδαιότερο είναι ότι ξαφνικά άλλαξε η νοοτροπία του Έλληνα. 
Για την ακρίβεια, προσαρμόστηκε. 
Εκεί που άλλοτε γκρινιάζαμε πως δεν βρίσκουμε ξενοδοχείο στη Μύκονο και βρίζαμε όλον τον κόσμο, γιατί δεν γίνεται η κυρά-Λένη να έκανε διακοπές σε πιο must νησί από εμάς, αρχίσαμε να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα της πόλης και να αναζητούμε tips για να περάσουμε καλά και στο κλεινόν άστυ. 
Χώρια που το γυρίσαμε και στη θρησκεία. Κάθε τρεις και λίγο, όλο και κάποιον θα δεις να σταυροκοπιέται και να λέει: «Δόξα τω Θεώ, που έχουμε την υγεία μας, κι ας μην πήγαμε διακοπές» ή «Πρώτα ο Θεός, του χρόνου».  
Μέχρι και οι εφοριακοί άλλαξαν στάση. 
Έγινε ο κλάδος, βρε αδελφέ, πιο φιλικός προς τον πολίτη. Εκεί που έμπαινες στην εφορία κι έτρεμε η ψυχή σου μην τυχόν σου βγάλουν κάνα μπουγιορτί και χρειαστείς ασθενοφόρο για την έξοδο, ο εφοριακός έγινε φίλος σου. «Δώστε ό,τι έχετε», συμβουλεύει τον κόσμο κι εσύ νομίζεις ότι χρειάζεσαι επειγόντως γιατρό να ελέγξει τα αυτιά σου. Έλα όμως που έχεις ακούσει σωστά και δεν είναι η φαντασία σου η πλανεύτρα. 
Αναρωτιέμαι όμως, πρέπει να φτάσουμε στο χείλος του γκρεμού για να αλλάξουμε νοοτροπία; 
Γιατί να μην μπορούμε να χαρούμε τη ζωή στα μικρά και στα απλά της; 
Γιατί θα πρέπει να φτάσει το πρόβλημα στην πόρτα μας για να κατανοήσουμε και του γείτονα; 
Τελικά, όλα στη ζωή είναι ένα μάθημα. 
Άλλος παθαίνει και μαθαίνει, και άλλος δεν θα μάθει ποτέ έτσι κι αλλιώς. 
Υπάρχει βέβαια πάντα και το σχέδιο Β. Να μαθαίνεις, χωρίς να παθαίνεις, αρκεί να έχεις μάτια και αυτιά ανοιχτά και να θυμάσαι πως ουδείς άφθαρτος…

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Αν όλη μας η ζωή ήταν ροζ

Θα ήθελα όλη μας η ζωή να είναι ροζ. 
Ροζ σύννεφα, ροζ καραμέλες, ροζ δέντρα, ροζ αυτοκίνητα.
Όπου στρέφουμε το βλέμμα να αντικρίζουμε κάτι ροζ. 
Ροζ σαν το ρουζ στα μάγουλα.
Ροζ σαν το φόρεμα της πορσελάνινης κούκλας πάνω στο παλιό σύνθετο. 

Ροζ σαν την απόχρωση που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος.
Ροζ σαν φόρεμα, σαν πουκάμισο ή σαν μπλούζα.
Φαντάζεσαι πώς θα ήταν να περνά από δίπλα σου μια ροζ γάτα;
Έλα όμως που μάθαμε πως το ροζ είναι μόνο για τα κορίτσια, πως είναι χρώμα που φανερώνει αδυναμία. 
Και τι πετύχαμε τελικά στη ζωή μας; Να την κάνουμε μαύρη; Να την κάνουμε σκούρα αλλά σίγουρα όχι πολύχρωμη. 
Μετά, φταίνε τα χρώματα...

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Τα αληθινά

Τα αληθινά δεν δημιουργούν σύγχυση.
Δεν σε μπερδεύουν.
Δεν σε αγχώνουν.
Δεν σε κάνουν να φαντάζεσαι πιθανά σενάρια και συμπεριφορές.
Δεν δημιουργούν θέμα εμπιστοσύνης, ούτε σε αναγκάζουν να συμπεριφέρεσαι καχύποπτα και να αναζητάς το ψέμα πίσω από τις λέξεις.
Τα αληθινά σε κάνουν να χαμογελάς.
Δεν σε κάνουν να να εξηγείς διαρκώς και να ζητάς.
Έρχονται μόνα τους, αβίαστα και φυσικά.
Τα αληθινά δεν ψάχνουν αφορμές.
Δεν κρύβονται πίσω από δικαιολογίες, ούτε τις αναζητούν.
Τα μάτια τους λένε τις αλήθειες, ακόμα κι αν δεν τολμούν τα λόγια.
Tα αληθινά ξέρουν να συγχωρούν και να δίνουν ευκαιρίες, όπως κάποτε συγχώρεσαν τα δικά τους λάθη κάποιοι άλλοι.
Τα αληθινά έχουν μάθει από τα λάθη τους και δεν ζουν με απωθημένα, ούτε κατάλοιπα του παρελθόντος.
Τα αληθινά σου επιτρέπουν να είσαι ο εαυτός σου.
Δεν σε κάνουν να σκέφτεσαι κάθε κουβέντα σου, ούτε να προσποιείσαι κάτι που δεν είσαι.
Τα αληθινά δεν δραπετεύουν σαν κλέφτης.
Είναι κοντά σου στα εύκολα και στα δύσκολα.
Τα αληθινά θέλουν να πηγαίνεις παρακάτω, να εξελίσσεσαι, να γίνεσαι καλύτερος σε ό,τι κάνεις.
Να τολμάς, να πιάνεις όνειρα και στόχους.
Τα αληθινά τα ξεχωρίζεις από μακριά.
Τα καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή, δεν χρειάζεται να παραβλέπεις και να προσπερνάς.
Τα αληθινά υπάρχουν, κι ας μοιάζει δύσκολο να τα βρεις.
Αφιερωμένο στα ''αληθινά'' και στα αληθινά.