Γύρισα όλον τον κόσμο αναζητώντας το τέλειο, εκείνο που θα
γαληνέψει την ψυχή μου και θα με κάνει να ονειρευτώ έναν κόσμο από την αρχή.
Στα ταξίδια μου είχα συνοδοιπόρο άλλοτε
το φεγγάρι και άλλοτε τον ήλιο. Πότε με βροχή και πότε με ξαστεριά, περπατούσα
σε μονοπάτια που δεν είχα βρεθεί ξανά χωρίς να ξεχνάω τον σκοπό μου. Είδα
θάλασσες και ψηλά βουνά, αλμύρα και χιόνι, πόλεις που μύριζαν τα χνώτα τους από
την ανθρώπινη παρουσία και συνέχιζα να περπατώ, συνέχιζα να περιπλανιέμαι γιατί
τίποτα δεν ήταν ικανό να ημερέψει το
πλάσμα μέσα μου. Τίποτα δεν ήταν ικανό να γητέψει το είναι μου ώστε να με
πείσει πως είναι το τέλειο. Μέχρι που μια νύχτα, κουρασμένη από την αναζήτησή μου,
ξαπλωμένη σ’ ένα ξέφωτο, είδα το φεγγάρι να ανατέλλει και ήταν ό,τι πιο όμορφο
είχα αντικρίσει ποτέ. Με πήρε το ξημέρωμα κοιτάζοντάς το να σεργιανίζει στο
ουράνιο στερέωμα. Έπειτα, ήρθε η αυγή και ήταν ακόμα πιο μοναδική. Τα μάτια μου
σχεδόν δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω της. Ύστερα, ο ήλιος ανέβηκε ψηλά
και έκανε τον κόσμο φωτεινό, τόσο φωτεινό που απέμεινα να τον κοιτάζω μέχρι που
νύχτωσε. Τότε μόνο κατάλαβα πόσο καιρό έχασα άδικα αναζητώντας την τελειότητα,
τη ζούσα αλλά δεν το καταλάβαινα…
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013
Κυριακή 26 Αυγούστου 2012
Ταξίδι σε τόπο αγαπημένο... (2)
Νομίζω πως δεν υπάρχει
άνθρωπος να μην αγαπάει τα ταξίδια. Κάθε τόπος και μια ιστορία, ένα παραμύθι
για μικρά αλλά και λίγο μεγαλύτερα
''παιδιά''. Περπατώντας στα χώματά του, αφουγκράζεσαι την ιστορία, την ανθρώπινη
πνοή, τον αχό των ημερών που προηγήθηκαν και άφησαν το χνάρι τους. Υπάρχουν ωστόσο
τόποι που βρίσκουν ακόμα πιο εύκολα το μονοπάτι που οδηγεί στην καρδιά μας. Ένας τέτοιος είναι για μένα
η Ρόδος, το νησί των Ιπποτών.
Δεν ξέρω αν φταίει η
αγάπη μου για τα κάστρα κάθε λογής ή η ανυπέρβλητη γοητεία που απορρέει από το
ιπποτικό πρότυπο, ξέρω μόνο πως από την πρώτη φορά που βρέθηκα στο νησί, δέθηκα
μαζί του με δεσμούς άρρηκτους. Ήμουν μαθήτρια της Γ’ Λυκείου και αφορμή της πρώτης εκείνης
επίσκεψης, τι άλλο πέρα από την πενθήμερη σχολική εκδρομή.
Μετά από μια απίστευτη
ταλαιπωρία στο λιμάνι του Πειραιά, λόγω απεργίας, φτάσαμε αργά το βράδυ στο
νησί. Ομολογώ πως με την κούραση που αισθανόμουν, είχα ήδη μετανιώσει για τη
συμμετοχή μου. Καθώς όμως το λεωφορείο, που μας πήγαινε στο ξενοδοχείο,
διέσχιζε την πόλη, τόσο μαγευόμουν. Αρκούσαν λίγα μόλις λεπτά για να αισθανθώ
πως βρίσκομαι σε άλλην εποχή.
Το κάστρο των Ιπποτών,
φωταγωγημένο τη νύχτα, μου έγνεφε από μακριά, κραυγάζοντας την κυριαρχία του στο
νησί. Ο πέτρινος όγκος του, επιβλητικός, δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης.
Περπατώντας στα σοκάκια του κάστρου,
αισθάνεσαι την αύρα του παρελθόντος να σε περιτριγυρίζει. Νιώθεις πως όπου να’
ναι, από κάποια γωνιά, θα ξεπεταχτεί ένας ιππότης, έτοιμος να υπερασπιστεί το
κάστρο του ή πως κάπου στο σκοτάδι βρίσκεται κρυμμένη μια κοπελιά που περιμένει
να τον ανταμώσει.
Το βράδυ, οι σκιές
φαίνονται μεγαλόπρεπες, γιγαντώνονται και το φάντασμα της ιστορίας κάνει την
εμφάνισή του καθώς οι ηλεκτρικές δάδες (σύγχρονο εύρημα, αλλά απόλυτα ταιριαστό
στο περιβάλλον) ρίχνουν χαμηλά το φως τους στα τείχη.
Στην Οδό των Ιπποτών,
ένα ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά κι ας την έχω περπατήσει δεκάδες φορές.
Κλείνω τα μάτια και η ζωηρή φαντασία μου γεννά στιγμές: έφιππους ιππότες που
παρελαύνουν πάνω σε υπερήφανα άτια, ζογκλέρ και ταχυδακτυλουργούς να ψυχαγωγούν
τον κόσμο, τύμπανα και μουσικές. Βέβαια, ίσως η αλήθεια να απέχει κατά πολύ απ’
όσα εγώ φαντάζομαι, μα ποιος να βάλει χαλινάρι στη φαντασία;
Γεγονός πάντως είναι
πως το νησί του Ήλιου γνώρισε μεγαλεία ήδη από την αρχαιότητα. Σε τι να
πρωτοαναφερθείς; Στον περίφημο Κολοσσό, ο οποίος μέχρι σήμερα αποτελεί μυστήριο
ακόμα και για τους ειδικούς, στην υπέροχη Λίνδο, όπου τρεις περίοδοι της
Ιστορίας (αρχαία, βυζαντινή και μεσαιωνική) σμίγουν αρμονικά, στις Εφτά Πηγές
όπου η φύση αφηγείται το δικό της παραμύθι; Ακόμα και το Ροδίνι, μια ανάσα από
την πόλη, διηγείται τα περασμένα μέσα σε καταπράσινο ντεκόρ.
Τη Ρόδο, την έχω επισκεφτεί
σε όλες τις εποχές του χρόνου. Την λάτρεψα όμως ανοιξιάτικη. Τότε, που οι
παπαρούνες στο Κάστρο ξεφυτρώνουν από τις πολεμίστρες, ξετυλίγοντας κατακόκκινο χαλί. Το ανοιξιάτικο άρωμα του
νησιού είναι μοναδικό, όπως άλλωστε και της κάθε εποχής στον ευλογημένο αυτό τόπο. Λίγη
παραμυθένια διάθεση, λίγη θαλασσινή αλμύρα, το σύγχρονο πρόσωπο της πόλης, τα
ατελείωτα μαγαζιά με ομπρέλες, ο παραλιακός δρόμος με τα καφέ και τα πεντανόστιμα
γλυκά, τα πλακόστρωτα δρομάκια στην παλιά
πόλη συνθέτουν την απόλυτη
μαγεία και το ρολόι του χρόνου μας ταξιδεύει γλυκά στο παρελθόν...
Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012
Το κύμα
Το κύμα ψιθύριζε τα μυστικά του πελάγους, όπως τα κουβαλούσε μαζί του χιλιάδες χρόνια τώρα. Τα απίθωνε προσεχτικά στην ακτή και μετά, έφευγε ακολουθώντας τους θαλασσινούς ανέμους... Και επαναλαμβανόταν κάθε στιγμή, κάθε λεπτό το αιώνιο ταξίδι του. Έφτανε ως τα πέρατα του κόσμου, εκεί όπου οι εφτά θάλασσες ανταμώνουν και έπειτα, επέστρεφε στο ακρογυάλι, παντοτινό καταφύγιο μα και ερμητήριο συνάμα. Ξάπλωνε στην άμμο, έφερνε κοχύλια συντροφιά του και μιλούσε με τα γλαροπούλια. Πότε-πότε, ανασήκωνε το βλέμμα και παρατηρούσε τους ανθρώπους. Άλλοτε, τους αγκάλιαζε τρυφερά, να νιφτούν στα νερά του, και άλλοτε, θύμωνε με τα καμώματά τους και βρυχόταν δυνατά. Μα πάντα, αγαπούσε τους ανθρώπους, συντρόφευε τις στιγμές τους και ξέβραζε τελικά στην ακτή αναμνήσεις, προσμονές και αλήθειες. Και κινούσε ξανά για το ταξίδι του, εκεί όπου οι εφτά θάλασσες ανταμώνουν....
Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012
Ταξίδι σε τόπο αγαπημένο...
«Ακούω Έβρος και με πιάνει η καρδιά μου. Πώς
αντέχεις τόσο μεγάλο ταξίδι;» με ρώτησε κάποτε μια φίλη. Η αλήθεια είναι πως η
απόσταση φαντάζει τεράστια και το ταξίδι με το αυτοκίνητο μακρινό. Μάλλον
είναι, για όποιον τουλάχιστον δεν το έχει συνηθίσει. Για όποιον όμως αυτός ο
τόπος είναι η πατρίδα του, Έβρος δεν σημαίνει μόνο παραμεθόριος, πέρασμα για
μετανάστες και ατελείωτες ώρες στη σκοπιά αλλά πολύ περισσότερα. Σημαίνει ένα
ποτάμι γεμάτο ζωή, μια εύφορη πεδιάδα, βυζαντινά κάστρα όπως του Διδυμοτείχου
και του Πυθίου και γενικότερα, μια μακραίωνη ιστορία γεμάτη μύθους και τοπικούς
θρύλους που συνεπαίρνουν τον επισκέπτη.
Το ταξίδι είναι όντως μεγάλο για εκείνον που
επιλέγει ως μεταφορικό μέσο το αυτοκίνητο αντί του αεροπλάνου. Είναι όμως ένας
τρόπος να διασχίσεις τη Βόρειο Ελλάδα κα να θαυμάσεις τις ομορφιές της, αν
φυσικά έχεις την υπομονή και το χρόνο να το κάνεις. Άλλωστε, γεγονός είναι πως
η Εγνατία Οδός έχει συντομεύσει το
ταξίδι κατά πολύ.
Περνώντας την πρωτεύουσα του νομού, την Αλεξανδρούπολη, με τον υπερήφανο φάρο της
και την επιβλητική του φυσιογνωμία, ταξιδεύουμε βόρεια. Αφήνουμε πίσω μας το
Σουφλί και τα μεταξωτά του και προσεγγίζουμε το Διδυμότειχο με το κάστρο του. Η
παλιά πόλη δεσπόζει στην κορυφή, θεματοφύλακας του παρελθόντος. Ο μύθος θέλει
τη βασιλοπούλα να έπεσε από τα τείχη όταν από λάθος παρέδωσε στους κατακτητές
το κλειδί της πόλης με αποτέλεσμα την άλωσή της.
Από τα τείχη της βυζαντινής πολιτείας έχουν σωθεί
αρκετοί από τους πύργους (αν δεν κάνω λάθος είκοσι τέσσερις), πάνω στους οποίους
είναι χαραγμένα τα μονογράμματα των αυτοκρατόρων ενώ στα βράχια, συναντά κανείς
δεκάδες λαξευμένες σπηλιές, αλλοτινές κατοικίες των Βυζαντινών.
Τις νύχτες, το κάστρο φωταγωγείται και η πανώρια
θωριά του φαντάζει ακόμα πιο επιβλητική. Είναι οι στιγμές που το ρολόι γυρνάει
πίσω στο χρόνο και στα πέτρινα δρομάκια αντηχούν τα βήματα των Βυζαντινών
αυτοκρατόρων και ξαναζωντανεύουν οι σπουδαίες γιορτές του λαού.
Το Διδυμότειχο είναι ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Θυμίζει
πλουμιστό χαλί με κρόσια, όπου κάθε κρόσι κι ένα κομμάτι της ιστορίας. Το
πρόσωπο του σύγχρονου Διδυμοτείχου χαρακτηρίζεται από την διαπολιτισμικότητά
του. Δύο λαοί συνυπάρχουν αρμονικά, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμού και
συνάμα, δύο όψεις της ίδιας πόλης: η παλιά και η νέα. Η ζωή που τρέχει μπροστά
κι εκείνη που προτίμησε να μείνει γαντζωμένη στα παλιά και να μην τα αποχωριστεί.
Αφήνοντας το γραφικό
Διδυμότειχο πίσω μας, ταξιδεύουμε για τα χωριά Πύθιο και Πετράδες. Στο
ενδιάμεσο, θα συναντήσουμε τα χωριά Ισάακιο και Πραγγί, το καθένα με τη δική
του ομορφιά και τη δική του ιστορία.
Το χωριό Πετράδες, με
το παράξενο κατά πολλούς όνομα (πρόκειται για τον πληθυντικό αριθμό του
ουσιαστικού ‘ο πετράς’, δηλαδή αυτός που λαξεύει την πέτρα), μας υποδέχεται με
ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο. Χτισμένο σε ένα ανηφορικό σημείο, μακριά από το
ποτάμι, ξακουστό για το πανηγύρι που λαμβάνει χώρα εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο,
πρόκειται για ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα χωριά του Έβρου.
Μια μεγάλη παιδική χαρά
στο κέντρο του χωριού, μια εκκλησία χτισμένη στα 1876, η κεντρική πλατεία, οι βρύσες του χωριού, ο
πολιτιστικός σύλλογος με το σπουδαίο έργο του…
Ερήμωσε το χωριό,
έφυγαν οι περισσότεροι κάτοικοι. Η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση
έπληξε το χωριό, αφού οι δουλειές λιγοστές και τα εισοδήματα μικρά. Κάθε
καλοκαίρι όμως, οι περισσότεροι επιστρέφουν πίσω στη γενέθλια γη να ανταμώσουν
ξανά συγγενείς και φίλους. Το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου λειτουργεί σαν συνδετικός
κρίκος και περιμένει καρτερικά κάθε χρόνο τη σειρά του. Κι εγώ το ίδιο δηλαδή. Τόσο
ζωντανές οι μνήμες, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Ένας ολόκληρος χειμώνας αναμονής και μετά, με
το που χτυπά την πόρτα μας το καλοκαίρι, να μετρώ αντίστροφα για να βρεθώ ξανά σε μέρη γνώριμα, τόπο
αγαπημένο.
Τρία χιλιόμετρα μακριά,
το Πύθιο με το βυζαντινό του κάστρο. Το ‘Κούλελι’ όπως το αποκαλούν συχνά. Ένα
πανύψηλο φρούριο, έδρα και καταφύγιο του Ιωάννη ΣΤ’ Κατακουζηνού, ατενίζει για αιώνες
τον κάμπο που απλώνεται στα πόδια του. Αφημένο κι αυτό στην τύχη του (πρόσφατα
έγιναν έργα αναστύλωσης, ίσα για να μην καταρρεύσει, αφού το κονδύλι ήταν
μικρό και δεν επαρκούσε για όσα έπρεπε να γίνουν) να μαρτυρά το ένδοξο παρελθόν
του τόπου. Θυμάμαι τον παππού μου να μου διηγείται θρύλους για το ‘ζωντάνι’
(έτσι αποκαλούν οι ντόπιοι τον έναν από τους δύο πύργους) και τη νύμφη που το
είχε για σπίτι της.
Το κάστρο δεν είναι
επισκέψιμο. Κάποτε όμως στάθηκα αρκετά τυχερή και κατάφερα να δω ένα μεγάλο
μέρος του. Πήρα θέση δίπλα σε ένα από τα παράθυρα και ένιωσα τον άνεμο να μου
ψιθυρίζει τραγούδια παλιά. Τυχερέ Ιωάννη Κατακουζηνέ, τι ομορφιά αντίκριζες
κάθε μέρα!
Μια ανάσα από τα ριζά του
κάστρου, η σιδηρο-δρομική γραμμή. Περίφημος και ξακουστός ο σιδηροδρομικός
σταθμός του Πυθίου, αφού από εκεί περνούσε το Όριαν Εξπρές που ένωνε την Ευρώπη
με την Κωνσταντινούπολη. Πρωθυ-πουργοί και δεκάδες άλλες σημαντικές
προσωπικότητες είχαν περάσει από τον τόπο στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Έσφυζε
από ζωή το Πύθιο και οι κάτοικοί του μπορούσαν να υπερηφανεύονται για το
σταθμό. Ήρθε όμως η τεχνολογία να δώσει το τελειωτικό χτύπημα και τα δεδομένα
άλλαξαν. Μόνο το τρένο που ενώνει την πρωτεύουσα με τους Ακρίτες μας περνάει
πια από εκεί.
Το Πύθιο είναι χτισμένο
σε έναν λόφο, αρκετά κοντά στον μεγαλόπρεπο Έβρο. Τα τελευταία χρόνια, οι
πλημμύρες του ποταμού έφεραν το νερό στα πρώτα σπίτια του χωριού. Το βράδυ όμως,
μες τη σιωπή, ακούει κανείς τα βατράχια να κοάζουν δυνατά και μια ιδιαίτερη
συναυλία παίρνει σάρκα και οστά.
Υπάρχουν τόσα να πω για
αυτόν τον τόπο που θα μπορούσα να γράφω ώρες ατελείωτες. Υπάρχουν τόσα να γράψω
που οι λέξεις φαντάζουν φτωχές για να αποδώσουν τα νοήματα και τη μαγεία τους.
Κάποτε, όχι πολύ παλιά, θυμάμαι ένα κοριτσάκι να τραγουδά ξέγνοιαστο πάνω σε
ένα κάρο που διέσχιζε τον κάμπο και μετά, το χωριό. Έφτασε σε ένα σπίτι με
κόκκινα κεραμίδια και έναν υπέροχο κήπο με κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα. Είχε
για οδηγό έναν ηλικιωμένο άνδρα, τον παππού του…
Ποτέ δεν σε ξεχνώ… Για
τον παππού Δημήτρη, τη γιαγιά Αναστασία,
τον παππού Σταύρο, τη γιαγιά που μας κοιτούσε πάντα από το πανύψηλο πέτρινο
παραθύρι της, για τη Στέλλα που δεν μένει πια στο χωριό αλλά τη θυμάμαι σαν να
ήταν χτες, για την Βασιλική που αντάμωσα ξανά, έστω μέσω του facebook, για τους φίλους που
έκανα μεγαλώνοντας όπως την Κική, για τη Φιλιώ και τα ξαδέλφια μου, για τους φίλους στο Κτήμα. Για τα
σπίτια που περιμένουν κάθε χρόνο να αποκτήσουν ξανά ζωή, έστω για λίγες μέρες.
Φωτογραφίες και άλλες χρήσιμες πληροφορίες στο http://petrades.gr/ και http://www.didymoteicho.gr/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









