Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Magic in the air

Θα θυμάμαι πάντα εκείνο το μεσημέρι που το λεωφορείο έφευγε αφήνοντας πίσω ένα κομμάτι από εμένα. Τα άλλα μου κομμάτια τα είχες πάρει εσύ. 
Για μένα κράτησα μόνο τις αναμνήσεις από εσένα, εκείνες τις αναμνήσεις που πύρωναν την καρδιά μου και την κρατούσαν ζωντανή όταν ήθελα να πέσω κάτω και να αρχίσω να φωνάζω αδυνατώντας να πιστέψω τη φυγή- κι ας ήξερα πως το τέλος ήταν στην πραγματικότητα η αρχή. 
Στη ζωή, υπάρχει κάτι πολύ δυνατό και λέγεται μαγεία. 
Κάποιοι, τη βάφτισαν παραμύθι. 
Την έβαλαν σε γυάλινα γοβάκια και της έδωσαν πολλά και διαφορετικά ονόματα, αλλά η αληθινή μαγεία κρύβεται πάντα στα πρόσωπα των ανθρώπων. 
Έχεις προσέξει πώς κοιτάζει ερωτευμένος τον άνθρωπό του; Αν όχι, προσπάθησε.
 Θα δεις μικρές νεράιδες να χορεύουν γύρω του και να αφήνουν τη λάμψη τους. 
Ακόμα κι εσύ που δεν πιστεύεις στη μαγεία, θα πειστείς. 
Γιατί η μαγεία βρίσκεται εκεί που δεν την περιμένεις. 
Όχι σε σακουλάκια, όχι σε τυποποιημένες καταστάσεις, όχι στο συνηθισμένο. 
Σίγουρα, όχι στο νορμάλ. 
Την κουβαλούν εκείνοι που έχουν άστρο στα μαλλιά να τους φωτίζει κι αν είσαι τυχερός, θα πάρεις λίγη από τη δική τους. 
Αν όχι, λυπάμαι αλλά δεν ξέρεις τι χάνεις. 
Μη φοβάσαι. 
Τη μαγεία όταν την πασπαλίσουν γύρω σου οι Μοίρες, μόνο ευλογημένος είσαι. 
Για ό,τι έφεραν στη ζωή σου... 

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Μνήμες από ένα καλοκαίρι

Θυμάμαι κάτι μεσημέρια που το μόνο που άκουγες ήταν το τραγούδι των τζιτζικιών. Ξέρεις, αυτό το επίμονο που μπορούσε να διαπεράσει ακόμα και τα κλειστά παράθυρα και να φτάσει στα αυτιά σου δημιουργώντας εικόνες βγαλμένες από τον μύθο του Αισώπου για τον εργατικό μέρμηγκα και τον τεμπέλη τζίτζικα. 
Και ενώ το λιοπύρι σε έκανε να μην ξεχνάς πως βρίσκεσαι στη μέση του καλοκαιριού, δεν σε ένοιαζε γιατί ο χρόνος εκείνα τα μεσημέρια σταματούσε σαν να πατούσες ένα κουμπί, εκείνο το ίδιο κουμπί που με κάποιον ανάλογο μαγικό τρόπο θα σε πήγαινε στο φθινόπωρο.
Μπάνιο σαν αυτό της Αθήνας δεν υπήρχε. Μόνο ένα υπαίθριο που το είχε φτιάξει πριν χρόνια ο παππούς. Φυσικά, ούτε θερμοσίφωνας. Αλλά η Μητέρα-Φύση όταν συνεργαστεί με τον ανθρώπινο νου βρίσκει πάντα τη λύση και έτσι το νερό ζεσταίνονταν σε μεγάλα μπιτόνια που ήταν αφημένα όλη μέρα στην ολάνθιστη αυλή.
Δέντρα ψηλά δεν υπήρχαν στην αυλή, δεν τα ευνοεί ιδιαίτερα ο τόπος. Εδώ, είναι  κάμπος. Υπήρχε όμως μια μουριά, μια συκιά και μια αχλαδιά που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον. Στη μουριά υπήρχε μια κούνια που κάθε χρόνο με περίμενε, ιδίως τα πρωινά που η ζέστη ήταν έντονη και δεν έβγαινες έξω εύκολα. 
Η μουριά όμως ήξερε να χαρίζει τη δροσιά και τον ίσκιο της δίχως να την πληγώνει το χοντρό σκοινί από την κούνια. 
Δίχως να τη νοιάζει ότι έδινε. 
Δίχως να τη νοιάζει ότι μοιραζόταν. 
Έτσι είναι η Φύση. 
Δεν φοβάται το μοίρασμα. 
Αργά το απόγευμα, όταν έπεφτε ο ήλιος, καταφύγιο και ανάπαυλα γινόταν το πίσω μπαλκόνι από όπου ατένιζε κανείς τον εβρίτικο κάμπο, μέχρι που το βλέμμα χανόταν στα ψηλά δέντρα- το όριο μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Δεν ξέρω γιατί αλλά πάντα εκείνο το σημείο το θεωρούσα μαγικό. Ένας είδος ενεργειακού τριγώνου στο παιδικό μυαλό μου (ναι, από τότε οργίαζε η φαντασία μου). 
Το σπίτι, το κάστρο και το ποτάμι.
Το κάστρο των βυζαντινών χρόνων, θεματοφύλακας μιας ζωής από τα παλιά.
Το ποτάμι, το φυσικό σύνορο.
Το σπίτι των αναμνήσεών μου.
Και ανάμεσα σε όλα, ένας πελαργός να δίνει το σύνθημα από κάποια κολώνα της ΔΕΗ όπου είχεφτιάξει το σπίτι του, εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο που ακόμα κι αν ήθελα να τον βγάλω από το μυαλό είναι αδύνατο, τόσο πολύ έχει εμποτίσει την ψυχή μου. 
Για την ακρίβεια, σχεδόν όσο τα κουνούπια που -δεν έχω παράπονο, φρόντιζαν να δείχνουν πως στον τόπο μου είχαν και έχουν το πάνω χέρι. 
Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτό το κείμενο. 
Το σκεφτόμουν όσο ήμουν ξαπλωμένη ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι στην Αθήνα. Ένα μεσημέρι που το μόνο κοινό που έχει με αυτό των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων ήταν το τραγούδι κάποιου τζιτζικιού που μάλλον στάθηκε το ερέθισμα.
Καθώς κλείνω τα μάτια, μου έρχεται στο μυαλό ένα τραγούδι. 
Το ακούω πάντα τέτοια εποχή. 
Το έχω συνδυάσει με τον Έβρο και τα καλοκαίρια της ζωής μου. Ίσως, επειδή πίστευα πως η αληθινή μου αγάπη να βρίσκεται κάπου εκεί και να με περιμένει. 
Σας το χαρίζω. 

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Τα φτερά της πεταλούδας

Θυμάμαι πάντα με γλυκιά νοσταλγία το μάθημα της Έκθεσης, ίσως επειδή θεωρώ πως η καθηγήτρια που είχα με μύησε στον υπέροχο κόσμο της γραφής. Ωστόσο, παραδέχομαι, πως ενώ η γραφή είναι έμπνευση, τα θέματα των Πανελλαδικών εξετάσεων είναι πάντα τόσο κλισέ που καταντούν ανιαρά μετά την τρίτη φορά που τα συζητάς ή τα αναλύεις (σσ. δεν υπάρχει χειρότερο από την έλλειψη φαντασίας).
Απ’ όλα τα  θέματα περισσότερο απεχθανόμουν τα θέματα που αφορούσαν σε κάποιο ιδανικό, όπως ειρήνη, αγάπη, φιλία και πάει λέγοντας. Κατά την άποψή μου, ως έφηβη τότε αλλά και ως ενήλικη σήμερα, έννοιες όπως οι παραπάνω δεν φυλακίζονται σε γραπτά και λέξεις. 
Είναι σύμβολα. 
Είναι κώδικες επικοινωνίας μεταξύ σκεπτόμενων ανθρώπων.
Ωστόσο, το θέμα που ενεργοποιούσε πάντα τον εσωτερικό μου συναγερμό ήταν η έννοια της ελευθερίας. Άδικα ζητούσε τον ορισμό της η έρμη η Έφη που μας έκανε το μάθημα. Οι πεφωτισμένοι συμμαθητές μου και απόγονοι του Μαρξ έδιναν τους πιο ιδιαίτερους ορισμούς που είχαν ξεπατικώσει από διάφορα βιβλία και ανάθεμα αν καταλάβαιναν τι έλεγαν.
Sorry, η ελευθερία δεν έχει ορισμό. 
Έχει χρώματα και αφυπνά τις αισθήσεις. 
Είναι το κόκκινο του πάθους και της αγάπης. Ο
 καταγάλανος ουρανός ένα πρωί Σαββάτου.
Ο αέρας που φυσά στα μαλλιά σου από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου.
Το να οδηγάς στην Εθνικό Οδό αργά το βράδυ ακούγοντας το τραγούδι που αγαπάς και να φτιάχνεις εικόνες.
 Είναι ο έρωτας που έχει το χρώμα των ματιών του.
Το πρόσωπό του όταν χαμογελά ή όταν είναι συννεφιασμένο. Είναι ο παφλασμός των κυμάτων και η θαλασσινή αύρα.
Ο γλάρος που δεν φοβάται το κύμα και όλο το κοντοζυγώνει. 
Μην προσπαθήσεις να  κλείσεις   μια ελεύθερη ψυχή σε στεγανά, δεν θα τα καταφέρεις. 
Η ελευθερία γεννιέται και πεθαίνει μέσα μας. 
Ναι, αυτή είναι μια κλισέ πρόταση από το μάθημα της Έκθεσης αλλά από τις λίγες που οφείλουμε στον εαυτό μας να συγκρατήσουμε, γιατί κρύβει στα σπλάχνα της μια μεγάλη αλήθεια.
Αν αφήσεις την ελευθερία να φύγει, εσύ και μόνο εσύ φταις γι' αυτό γιατί ξέχασες να ζεις.

 Ευτυχώς, κάποτε ξυπνάς από το λήθαργο.
Κινδυνεύεις βέβαια να βρεθείς σε ένα νέο κόσμο που έχει προχωρήσει χωρίς εσένα, αλλά ξέρεις κάτι; 
Η «επανένταξη» δεν είναι τόσο δύσκολη, αρκεί ο αέρας της ελευθερίας να φυσά πραγματικά μέσα σου. 
Κλείσε τα μάτια και άσε το φόβο πίσω. 
Η πεταλούδα άλλωστε πάει στο φως κι ας είναι αν την κάψει. 
Εσύ τι προτιμάς να είσαι;

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Αγαπητό σύμπαν...

Θυμάμαι τον παππού μου να μου λέει πάντα πως η ζωή παραείναι μικρή για να μην τη ζω όπως την ονειρεύομαι.  Τότε, παιδί ακόμα, δεν μπορούσα να καταλάβω το βάθος της συμβουλής του. Ήταν απλώς τα λόγια ενός ηλικιωμένου που επειδή τον αγαπούσα –ψέματα, τον λάτρευα- τα άκουγα. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε. 
Εκείνος, άνθρωπος που είχε βιώσει έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και μια Κατοχή, είχε μάθει να αποκωδικοποιεί το αληθινό νόημα της ζωής και να απολαμβάνει τα απλά, τα καθημερινά.  Έτσι,  απόλαυση ήταν ο καφές στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά με τους συγχωριανούς του ή μια  βόλτα στον κάμπο.
Αν τον παρακολουθούσες, νόμιζες ότι η ζωή του κινείται σε slow motion. Δεν τον άγχωνε ποτέ  τίποτα. 
Μεγαλώνοντας, άρχισα να συνειδητοποιώ πως κάποια αλήθεια βρισκόταν στα λόγια του αλλά και πάλι, δεν ήμουν αρκετά έξυπνη για να δω πίσω από τις λέξεις.
 Για την ακρίβεια, έπιανα το νόημα αλλά δεν μπορούσα να το κάνω στάση ζωής και αυτό ήταν η δική μου αποτυχία.
 Βλέπετε, μέχρι κάποια στιγμή στη ζωή μου είχα προτιμήσει να συμπορεύομαι με τη συμβουλή του ομότεχνου Coelho περί σύμπαντος και συνομωσίας.  Έλα όμως, μεγάλε, που μπορεί να γράφεις σπουδαία πράγματα αλλά σε αυτό έχεις άδικο.  Κανένα σύμπαν ποτέ δεν πρόκειται να συνωμοτήσει υπέρ σου όσο κι αν θέλεις κάτι, ιδίως αν σε αυτό το ‘κάτι’ συμπεριλαμβάνονται άνθρωποι. 
Ειδικά τότε, χτυπήσου όσο θες σε όποια σκληρή επιφάνεια προτιμάς, αλλά πάψε άνθρωπέ μου να ονειροβατείς.
Για κάποια πράγματα, χρειάζονται τουλάχιστον δύο.  
Όπως και να’ χει, υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να αντέξουμε και άλλα που δεν μπορούμε.
Τότε, επιλέγεις τι πραγματικά θέλεις και πορεύεσαι ανάλογα, μόνος σου ή με παρέα.  Προτιμώ με παρέα, παρότι μερικές φορές η μοναξιά κρίνεται απαραίτητη. Προτιμώ να μοιράζομαι μαζί σου τα πάντα: το κάθε ‘ευκολάκι’ ή την κάθε δυσκολία.
Τα όνειρα ή τους εφιάλτες.
Ένα ταξίδι ή μια βόλτα με το αυτοκίνητο κι ας διαρκεί πέντε λεπτά όλα κι όλα.  Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι.
Άνθρωποι που λειτουργούν όπως εμείς και άνθρωποι που λειτουργούν διαφορετικά.
Δεν είναι πάντα εύκολο να κατανοήσεις τη διαφορετικότητα, οφείλεις όμως να τη σεβαστείς και να δώσεις στον άλλον το χώρο του.

Να σταματήσεις να τον πνίγεις ή να τον πιέζεις. 
Δεν ωφελεί.  
Kαμιά φορά τελικά, πρέπει να σε προφυλάξεις όχι από τους ξένους αλλά από σένα τον ίδιο.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Δύο είναι καλύτερα από ένα(ς)

Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι μια ηλικιωμένη γειτόνισσα, να διηγείται σε μας τα κορίτσια την ιστορία της. Κάθε βράδυ, μας έλεγε ακριβώς την ίδια ιστορία, με τα ίδια λόγια.
Όταν ήταν λοιπόν νέα, ερωτεύτηκε ένα παλικάρι με όμορφα, μελαγχολικά μάτια για το οποίο ήταν διατεθειμένη να αλλάξει όλη της τη ζωή, χωρίς να τη νοιάζει ποιος ήταν στο παρελθόν του και τι είχε κάνει.
 Όπως έλεγε, όταν αγαπάς αληθινά δεν σε νοιάζει τίποτα. Κι ενώ εκείνη ξημεροβραδιαζόταν για τον συναντήσει, εκείνος έκανε ελάχιστα πράγματα, ίσως και τίποτα.
Μέχρι που ένα πρωί, μετά από πολύ καιρό και συνειδητοποίησε πως άδικα έχανε τον καιρό της, όχι γιατί εκείνος δεν το άξιζε αλλά γιατί ό,τι είναι μονόπλευρο είναι καταδικασμένο να αποτύχει.
Γιατί όλα τα είδη των σχέσεων χρειάζονται δύο ισότιμους.
Δύο να αγαπάνε, δύο να δίνουν.
Δύο να είναι εκεί.

Ποτέ έναν.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Το be (alone) or not to be;

Θυμάμαι μικρή μια ηλικιωμένη που κάθε βράδυ καθόταν στο μπαλκόνι της και έβλεπε τα παιδιά να παίζουμε στη γειτονιά. Καμιά φορά, κατέβαινε και μας φίλευε διάφορα και μετά, άρχιζε τις ιστορίες. 
Σε όλες το συμπέρασμα ήταν πάντα ίδιο: να μην αφήσετε ποτέ κανέναν να σας πληγώνει, καλύτερα μόνα σας. Να το θυμάστε όταν μεγαλώσετε. 
Και τα χρόνια πέρασαν και η γυναίκα ήταν πάντα μόνη, γιατί ποτέ δεν κατάλαβε πως καμιά φορά προσπαθώντας να προστατεύσεις τον εαυτό σου από τους άλλους, τον πληγώνεις εσύ ο ίδιος. 
Καλή η γυάλα, αλλά σαν την αληθινή ζωή δεν έχει.
Αν δεν ερωτευτείς και δεν αγαπήσεις, αν δεν κάνεις φίλους, πράγματι κανείς δεν θα σε πληγώσει αλλά θα έχεις πεθάνει και δεν θα το ξέρεις και θα το έχεις προκαλέσει εσύ σε σένα.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Αναστάσιμες σκέψεις...

Παλιά, οι γιορτές με χαροποιούσαν. Ίσως, επειδή ήμουν παιδί και έβλεπα τον κόσμο ονειρικό  μέσα από τα παιδικά μου μάτια. Μεγαλώνοντας, άρχισαν να με μελαγχολούν.
Τώρα...
Αυτό, θα το αφήσω για το τέλος.
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που πηγαίνουν τακτικά στην εκκλησία, ούτε καν τη Μεγάλη Εβδομάδα και απ' όλες τις ημέρες Της μία είναι εκείνη που αγγίζει τα μύχια της ψυχής μου και με κάνει να δακρύζω για λόγους που νομίζω πως αγνοώ και η ίδια. 
Ίσως επειδή νιώθω πως ο καθένας από εμάς σταυρώνεται περισσότερο από μία φορά στη ζωή του, αλλά είναι εκείνο το ''λούκι'' που όταν το περάσει και σταθεί ξανά στα πόδια του καταλαβαίνει την πραγματική έννοια της Ανάστασης. 
Όχι αυτής που συνοδεύεται από μαγειρίτσα, αλλά την εσωτερική .
Εκείνη την Ανάσταση που όταν έρθει, σε πλημμυρίζει με αληθινή, γνήσια Ελπίδα και παρότι, ξέρεις πως καμιά φορά μπορεί να τη χάσεις προσωρινά, νιώθεις πως δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Την κουβαλάς σαν αποσκευή, αλλά είναι ''αποσκευή'' καρδιάς. 
Φέτος, καθώς στεκόμουν στη μέση του πουθενά-γιατί έτσι νιώθεις όταν αναμετράσαι με τον εαυτό σου- κοίταζα τον εκκλησιαστικό θόλο και δεκάδες σκέψεις με κατέκλυσαν αλλά μια ήταν εκείνη που  άλλαξε τα έσω μου, καθώς η δική μου μελαγχολία ήρθε να με χαιρετίσει.
Φτιάχνουμε μεγαλόπρεπους ναούς να τιμήσουμε τη χάρη Του και ξεχνάμε το σπουδαιότερο: ότι ο δικός μας Θεός είναι θεός αγάπης και ανασταίνεται μέσα από την αγάπη. Ανασταίνεται κάθε φορά που ένας από εμάς δίνει απλόχερα αγάπη στους γύρω του και ιδίως σε έναν άγνωστο, παρότι καμιά φορά τείνω να πιστέψω πως είναι πιο δύσκολη να χαρίσεις άδολη αγάπη σε έναν δικό σου άνθρωπο.
Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ αυτήν την αγάπη φέτος την είδα πολλές φορές να παίρνει σάρκα και οστά και να γίνεται άνθρωπος. Ήταν ένας φίλος που συμμετέχει σε μια ανθρωπιστική αποστολή, ένας άλλος που δίνει κρυφά τον μισό του μισθό να βοηθήσει μια οικογένεια που δεν έχει, μια φίλη που τρέχει όπου υπάρχει πρόβλημα και ψάχνει να βρει λύσεις, ένας γείτονας που ενώ δεν έχει να φάει ο ίδιος μαγειρεύει σε ένα κοινωνικό μαγειρείο για να τρώνε οι άλλοι.
Τώρα, λοιπόν, οι γιορτές δεν με μελαγχολούν γιατί ο δικός μου ο Θεός ανασταίνεται μέσα από τους ανθρώπους και νιώθω τυχερή που έχω στο πλευρό μου πολλούς τέτοιους μικρούς θεούς αγάπης... 
Χρόνια πολλά με υγεία και πολλή αγάπη να έχετε να ξοδεύετε!