Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013
Νατάσα Γκουτζικίδου – «Το μυστικό των Αλόγων – Η επιστροφή», εκδ. Ελληνική Πρωτοβουλία, 2013 /Ευδοξία Κολυδάκη, δικηγόρος
Η συνέχεια του «Μυστικού των Αλόγων» δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη
και πιο συναρπαστική. Όταν η άρτια και ρεαλιστική γραφή, οι ολοζώντανες
περιγραφές των τοπίων και του ιπποφορβείου, η αβίαστη αφήγηση, χωρίς
τίποτε το περιττό να κουράζει ή να αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη, (το
ακριβώς αντίθετο θα έλεγα, με δεξιοτεχνία, το ένα κεφάλαιο διαδέχεται το
άλλο αρμονικότατα), συνδυάζονται με την εξαιρετική πλοκή, το μεταφυσικό
στοιχείο, το μυστήριο, τον έρωτα και την ένταση, που είναι τα κυριότερα
στοιχεία του βιβλίου, το αποτέλεσμα είναι έξοχο. Η Νατάσσα Γκουτζικίδου
με τον δικό της μοναδικό τρόπο, μας μεταφέρει αυτή τη φορά, μετά από
χρόνια, στον ίδιο χώρο, όπου στο πρώτο της βιβλίο εξελίχθηκε η ιστορία
της Άννας. Η Άννα εξακολουθεί και παραμένει και στην «Επιστροφή» βασικός
χαρακτήρας της ιστορίας, και μάλιστα με καταλυτικό ρόλο, όπως
αποδεικνύεται στη συνέχεια. Ωστόσο, το παλιό αρχοντικό δεν φαίνεται να
έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά του, η παρουσία δε, μίας νέας κοπέλας, θα
είναι το έναυσμα, η αφορμή και ο λόγος να δημιουργηθεί εκ νέου
μυστηριώδης ατμόσφαιρα σε αυτό, αφού η Νεφέλη, δοκιμάζεται ως προς τις
δικές της ψυχικές αντοχές, με την αλλαγή της ζωής της. Δεν θα είναι
εύκολη η διαδρομή της Νεφέλης από τα σκοτάδια στο φως, ούτε η αποτίναξη
τόσων αρνητικών, συσσωρευμένων από έτη, συναισθημάτων. Πολύ περισσότερο
που η ίδια, άθελα της ;;, ή κινούμενη από το υποσυνείδητο ;;,
«αντιλαμβάνεται» το αθέατο, πασχίζει να το κατανοήσει και να το
αποδεχθεί, όπως και να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που της μεταφέρουν
τα όνειρά της. Γεγονότα τραγικά, ανεξήγητα, προκαλούν έντονη δυσαρμονία
στο νέο της περιβάλλον, την ταράζουν, της ανατρέπουν τις ισορροπίες που
πίστεψε πως είχε βρει, τη θλίβουν, και τη φέρνουν σε απόγνωση. Η αγωνία
και η ένταση κορυφώνονται, όταν πλέον γίνεται φανερό, ότι ένας άνθρωπος,
μοναχικός, ανασφαλής, ψυχικά διαταραγμένος, εμπαθής, είναι η αιτία για
όσα γεγονότα έχουν ήδη συμβεί, τα οποία μοιάζουν αρχικά ασύνδετα και
άσχετα μεταξύ τους. Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ο
κίνδυνος μοιάζει να μην έχει απομακρυνθεί, όμως στο τέλος, τίποτε δεν
είναι αρκετό ή ικανό, να εμποδίσει την πραγματικότητα να έλθει στο φως.
Ένα απόσπασμα από το τέλος του βιβλίου, το οποίο μου άρεσε πολύ, είναι
χαρακτηριστικό της ποιητικής γραφής, που η Νατάσσα Γκουτζικίδου,
μεταχειρίζεται σε κάθε της βιβλίο, αλλά πάντα μας εκπλήσσει με τη δύναμη
του γραπτού της λόγου και τα συναισθήματα που δημιουργεί στον αναγνώστη:
«Είναι οι στιγμές που η μοναξιά βαραίνει τους ώμους. Άλλοτε, τη
νιώθεις σαν τραγούδι λυπητερό που ξετυλίγεται αργά μέσα από νότες και
στίχους και άλλοτε, σαν κιτρινισμένο φύλλο που ξαπλώνει στη γη, όταν η
διαδρομή του φτάσει στο τέλος. Μα η φύση κάποτε αναγεννιέται. Χαράζει τη
νέα αυγή με φόντο καταπράσινα φυλλώματα και μαργαρίτες που φυτρώνουν σε
μια γη, άλλοτε στέρφα, μα τώρα λουλουδιασμένη.
Το τέλος της
ιστορίας, παρά τις δοκιμασίες, τις δυσκολίες και τις, εξ ανάγκης,
ανατροπές στη ζωή των ηρώων, είναι λυτρωτικό και αισιόδοξο, και
περιμένει κάθε (νέο) αναγνώστη της «Επιστροφής» να το ανακαλύψει.
Εύχομαι τα καλύτερα στη Νατάσα, και στην «Επιστροφή» της, κάθε φορά μας
εκπλήσσει ευχάριστα !!!!!!!!!
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013
Το μυστικό των αλόγων: η επιστροφή, μέσα από τα μάτια της Πετρούλας Σίνη
Άνοιξα το βιβλίο το μεσημέρι τις 28/8/2013 στην παραλία Τσονίμα Κερατέας όπου κόντεψα να πάθω ηλίαση διαβάζοντας το και το ξαναέπιασα χθες το βράδυ ξενυχτώντας με... δεν το έχω τελειώσει ακόμη βρίσκομαι στη σελίδα 213 αλλά δεν ξέρω γιατί... θέλησα να μεταφέρω τον ενθουσιασμό μου εκφράζοντας μερικές σκέψεις με όλο το σεβασμό στην συγγραφέα.
Όπως ο Ουμπέρτο Έκο στο "Επιμύθιο" του "όνομα του ρόδου" γράφει ότι είχε κάνει μελέτη της μονής ώστε ο διάλογος μεταξύ δύο μοναχών να διαρκεί όσο να διασχίσουν ένα διάδρομο, έτσι και η Νατάσα Γκουτζικίδου υποθέτω πως πρέπει να έχει μελετήσει το ιπποφορβείο ή να έχει ζήσει μέσα σε αυτό... είναι τέτοιες οι περιγραφές που δίνει του χώρου, της μαγευτικής φύσης τόσο στενά ενταγμένα στη σκέψη των ηρώων της και στα μάτια τους καθώς επίσης και των λεπτομερών κινήσεων των αλόγων -που μου θύμισε τον Τζακ Λόντον στο "Κάλεσμα της άγριας φύσης"-
Νομίζεις δε ότι μια ταινία εξελίσσεται μπροστά σου... κάλλιστα μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο! Σε κρατά με κομμένη την ανάσα σαν ένα θρίλερ για το ποιος δηλητηριάζει τους πρωταγωνιστές της ... για το ποιος κρατά το μυστικό των αλόγων, σαν να διαβάζουμε ένα βιβλίο του Νταν Μπράουν. Κι επειδή έκανα αναφορά πιο πάνω για τον Έκο ... το βιβλίο δεν είναι δύσκολο να διαβαστεί όπως πρέπει να είσαι ήρωας μέχρι να περάσεις τις πρώτες 80 σελίδες του όνομα του ρόδου. Είναι η δεύτερη φορά που καθηλώθηκα "ταξιδεύοντας με ούριους ανέμους "-η αφιέρωση της Νατάσας στο βιβλίο μου υπογράφοντας το- η πρώτη ήταν με το άρωμα του Πατρικ Ζίσκιντ που το διάβασα σε μια βραδιά.
Το μυστικό των αλόγων: η επιστροφή, μέσα από τα μάτια του Σωκράτη Σημαιοφορίδη
Όταν διάβασα πριν οκτώ μήνες περίπου το προτελευταίο μυθιστόρημα της Νατάσας Γκουτζικίδου ‘’Θυμήσου πόσα μου χάρισες’’, ακουγόταν ο παφλασμός των κυμάτων πάνω στα βράχια που αντηχούσε στα αυτιά μου.
Όταν διάβασα πριν δύο εβδομάδες το τελευταίο μυθιστόρημά της ‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’, άκουγα το χλιμίντρισμα των αλόγων και ένοιωθα την ανάσα τους στο πρόσωπό μου.
Δεν υπερβάλω, διόλου. Έτσι γράφει και… περιγράφει η Νατάσα Γκουτζικίδου. Με την πένα της δεν γράφει απλά. Θα έλεγα ότι ζωγραφίζει, αλλά και συνθέτει ήχους με τη μουσική της φύσης πάνω στο χαρτί ενός βιβλίου. Του δικού της βιβλίου.
‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’ είναι η θεματική συνέχεια του προ εξαετίας μυθιστορήματός της, ‘’Το μυστικό των αλόγων’’.
Εδώ συναντάμε την Άννα, σε μεγάλη πλέον ηλικία, που αποφασίζει μετά το θάνατο του συντρόφου της, να νοικιάσει το ιπποφορβείο, του οποίου είναι ιδιοκτήτρια.
Από αυτή τη στιγμή, ξεκινάει και η πλοκή του έργου. Και γράφω ‘’έργο’’ γιατί η πλοκή του μυθιστορήματος είναι κινηματογραφική. Τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, με ένα φυσικό τρόπο χωρίς να μπερδεύουν και να κουράζουν τον αναγνώστη.Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος εμφανίζονται σταδιακά, δεν ενοχλούν και δεν παραπλανούν με την παρουσία τους, αν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τη συνέχεια της υπόθεσης.
Έτσι ο αναγνώστης θα μπει και θα κατανοήσει την ψυχολογία και την προσωπικότητα των ηρώων. Θα τους αισθανθεί δικούς του ανθρώπους, οικείους. Και αυτό το πετυχαίνει αβίαστα και φυσικά, η Νατάσα. Οι χαρακτήρες των ηρώων εξαιρετικά ενδιαφέροντες και άρρηκτα δεμένοι μεταξύ τους και με την υπόθεση.
Τίποτα δεν είναι περιττό στα μυθιστορήματα της Νατάσας Γκουτζικίδου και τίποτα τυχαίο.
‘’ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ’’ δεν είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, δεν είναι μεταφυσικό, δεν είναι περιπετειώδες, δεν είναι ψυχολογικό, δεν είναι αστυνομικό, δεν είναι μυστηρίου….
Γιατί πολύ απλά….. είναι όλα τα προηγούμενα σε ένα. Τόσο αριστοτεχνικά δεμένα μεταξύ τους, που το μυστήριο εμπλέκεται στον έρωτα, ο έρωτας στην περιπέτεια, η περιπέτεια στο μεταφυσικό, το μεταφυσικό εμπλέκεται στο ψυχολογικό, το ψυχολογικό στο αστυνομικό.
Η γραφή της Νατάσας είναι απλή, κατανοητή, γρήγορη, εύστροφη. Μια συγκροτημένη γραφή, που προδίδει και τη συγκροτημένη σκέψη της συγγραφέως. Το βιβλίο διαβάζεται ακούραστα, έχει ρυθμό και ένταση από την πρώτη σελίδα. Δεν θα κάνει αυτό που λέμε ‘’κοιλιά’’, σε κανένα σημείο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Κάθε σελίδα είναι και μια αποκάλυψη για τη συνέχεια.
Αλλά αν συνεχίσω να γράφω τη γνώμη μου για το ‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’, θα γράψω κι εγώ μυθιστόρημα εδώ μέσα. Επομένως, σας αφήνω να προχωρήσετε στην ανάγνωση του βιβλίου της Νατάσας Γκουτζικίδου, για να ανακαλύψετε ακόμη πιο πολλά από αυτά που σας… μαρτύρησα εγώ!
Νατάσα, καλή συνέχεια…
©Σωκράτης Σημαιοφορίδης
30/8/2013
Όταν διάβασα πριν δύο εβδομάδες το τελευταίο μυθιστόρημά της ‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’, άκουγα το χλιμίντρισμα των αλόγων και ένοιωθα την ανάσα τους στο πρόσωπό μου.
Δεν υπερβάλω, διόλου. Έτσι γράφει και… περιγράφει η Νατάσα Γκουτζικίδου. Με την πένα της δεν γράφει απλά. Θα έλεγα ότι ζωγραφίζει, αλλά και συνθέτει ήχους με τη μουσική της φύσης πάνω στο χαρτί ενός βιβλίου. Του δικού της βιβλίου.
‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’ είναι η θεματική συνέχεια του προ εξαετίας μυθιστορήματός της, ‘’Το μυστικό των αλόγων’’.
Εδώ συναντάμε την Άννα, σε μεγάλη πλέον ηλικία, που αποφασίζει μετά το θάνατο του συντρόφου της, να νοικιάσει το ιπποφορβείο, του οποίου είναι ιδιοκτήτρια.
Από αυτή τη στιγμή, ξεκινάει και η πλοκή του έργου. Και γράφω ‘’έργο’’ γιατί η πλοκή του μυθιστορήματος είναι κινηματογραφική. Τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, με ένα φυσικό τρόπο χωρίς να μπερδεύουν και να κουράζουν τον αναγνώστη.Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος εμφανίζονται σταδιακά, δεν ενοχλούν και δεν παραπλανούν με την παρουσία τους, αν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τη συνέχεια της υπόθεσης.
Έτσι ο αναγνώστης θα μπει και θα κατανοήσει την ψυχολογία και την προσωπικότητα των ηρώων. Θα τους αισθανθεί δικούς του ανθρώπους, οικείους. Και αυτό το πετυχαίνει αβίαστα και φυσικά, η Νατάσα. Οι χαρακτήρες των ηρώων εξαιρετικά ενδιαφέροντες και άρρηκτα δεμένοι μεταξύ τους και με την υπόθεση.
Τίποτα δεν είναι περιττό στα μυθιστορήματα της Νατάσας Γκουτζικίδου και τίποτα τυχαίο.
‘’ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ’’ δεν είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, δεν είναι μεταφυσικό, δεν είναι περιπετειώδες, δεν είναι ψυχολογικό, δεν είναι αστυνομικό, δεν είναι μυστηρίου….
Γιατί πολύ απλά….. είναι όλα τα προηγούμενα σε ένα. Τόσο αριστοτεχνικά δεμένα μεταξύ τους, που το μυστήριο εμπλέκεται στον έρωτα, ο έρωτας στην περιπέτεια, η περιπέτεια στο μεταφυσικό, το μεταφυσικό εμπλέκεται στο ψυχολογικό, το ψυχολογικό στο αστυνομικό.
Η γραφή της Νατάσας είναι απλή, κατανοητή, γρήγορη, εύστροφη. Μια συγκροτημένη γραφή, που προδίδει και τη συγκροτημένη σκέψη της συγγραφέως. Το βιβλίο διαβάζεται ακούραστα, έχει ρυθμό και ένταση από την πρώτη σελίδα. Δεν θα κάνει αυτό που λέμε ‘’κοιλιά’’, σε κανένα σημείο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Κάθε σελίδα είναι και μια αποκάλυψη για τη συνέχεια.
Αλλά αν συνεχίσω να γράφω τη γνώμη μου για το ‘’Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή’’, θα γράψω κι εγώ μυθιστόρημα εδώ μέσα. Επομένως, σας αφήνω να προχωρήσετε στην ανάγνωση του βιβλίου της Νατάσας Γκουτζικίδου, για να ανακαλύψετε ακόμη πιο πολλά από αυτά που σας… μαρτύρησα εγώ!
Νατάσα, καλή συνέχεια…
©Σωκράτης Σημαιοφορίδης
30/8/2013
Σάββατο 31 Αυγούστου 2013
Το ποτάμι
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό,
ένα χωριό χτισμένο σε ένα ύψωμα ν’ αγναντεύει τον κάμπο. Οι κάτοικοί του
δούλευαν όλη μέρα στα χωράφια. Τα χέρια τους γέμιζαν ρόζους από το φτυάρι και
τον κασμά, αλλά δεν τους ένοιαζε. Ένιωθαν ευτυχία σαν έβλεπαν τους κόπους μιας
ολόκληρης χρονιάς να ανταμείβονται. Ένιωθαν ευτυχία βλέποντας το στάρι να
χρυσίζει στο φως του ήλιου, σημάδι πως η προσπάθειά τους είχε καρποφορήσει,
όπως και ο σπόρος. Χαμογελούσαν τα κουρασμένα μάτια των γερόντων όταν έβλεπαν
το καλαμπόκι να θεριεύει, έτοιμο να δώσει τα προϊόντα του και ένιωθαν
ευγνωμοσύνη απέναντι στο ποτάμι.
Το ποτάμι που κρυβόταν από τα
μάτια των περαστικών πίσω από τα μεγάλα δέντρα. Το φανέρωνε, όμως, το σφύριγμά
του κάτι νύχτες που και τα αστέρια ακόμα επέλεγαν να σιγήσουν μπροστά στην τόση
ομορφιά του. Η σελήνη, το επέλεγε για να λούσει στα νερά του τα όμορφα,
ασημένια μαλλιά της και ο αέρας λάτρευε να τσαλαβουτάει σε αυτά την πνοή του.
Οι χωρικοί ήξεραν πως
χρωστούσαν την ευημερία τους στο ποτάμι και δεν έπρεπε να το θυμώνουν. Γνώριζαν
τη δύναμή του. Άλλωστε, την επιδείκνυε με κάθε τρόπο. Δεν ήταν λίγες οι φορές
που μετά το λιώσιμο των πάγων από τον βορά, τα νερά του, ορμητικά σαν
χείμαρροι, έφταναν μέχρι τις αυλές των σπιτιών καταστρέφοντας ό,τι έβρισκαν στο
πέρασμά τους.
Κάπως έτσι, κυλούσαν οι μέρες
στο χωριό. Άλλοτε, γεμάτες χαρά και άλλοτε, με δυσκολίες και βάσανα. Οι εποχές
διαδέχονταν η μία την άλλη. Από την άνοιξη στη λαύρα του καλοκαιριού και από
εκεί, στη μελαγχολία του φθινοπώρου και στον παγωμένο χειμώνα που έκανε τους
κατοίκους να αμπαρώνονται στα σπίτια περιμένοντας με ανυπομονησία το
χελιδόνισμα και τον ερχομό των πελαργών. Τότε και μόνο τότε, καταλάβαιναν όλοι
πως ο χρόνος ισορροπούσε απόλυτα, χωρίς να αποκλίνει, έστω και λίγο, από την
πορεία του.
Τα πουλιά και συγκεκριμένα οι
πελαργοί, ήταν σημάδι καλοτυχίας. Κουβαλούσαν μαζί τους το καλοκαίρι και την
ευτυχία, όπως πίστευαν οι ντόπιοι. Σκαρφάλωναν στις κολώνες και έφτιαχναν τις
φωλιές τους για να φέρουν στον κόσμο τη νέα ζωή. Κάπου-κάπου, ιδίως τα
μεσημέρια που η ζέστη έκανε τον τόπο να βράζει, οι πελαργοί άφηναν το δικό της
ιδιαίτερο τραγούδι να ταξιδέψει στον αέρα. Χτυπούσαν τα ράμφη τους με τον δικό
τους χαρακτηριστικό τρόπο και η ηχώ τους ταξίδευε μέχρι το ποτάμι.
Ο Δημητρός κατέβηκε στον
κάμπο, έτοιμος να ξεκινήσει δουλειά. Το κάρο του το έσερναν οι νέες αγελάδες
που είχε αγοράσει πρόσφατα από το παζάρι. Ήταν περήφανος για το απόκτημά του.
Άλλωστε, ήταν η καλύτερη επένδυση που μπορούσε να κάνει με τα χρήματα που είχε
κερδίσει την προηγούμενη χρονιά. Τα μποστάνια του, όπως και τα χωράφια με τα
τεύτλα είχαν δώσει την καλύτερη παραγωγή των τελευταίων χρόνων και όλοι είχαν
να λένε για τον λεβέντη τον Δημητρό.
Ένα βράδυ, κατέβηκε σε
νυχτέρι. Η νέα σπορά είχε πέσει στη γη και διψούσε για νερό. Έπρεπε να ποτίζει
μέρα-νύχτα αν ήθελε να δει τον καρπό να βλασταίνει. Ζεύτηκε το ταγάρι του,
αποχαιρέτησε τη μάνα του και κατηφόρισε προς τον κάμπο. Τα ζώα έδειχναν
εκνευρισμένα, αφού η ζέστη εκείνο το βράδυ ήταν αφόρητη. Ο Δημητρός, όμως,
συνέχιζε απτόητος. Ήταν ενθουσιασμένος. Η νέα σπορά είχε μυσταγωγικό χαρακτήρα
για εκείνον.
Τα χωράφια του ήταν κοντά στο
ποτάμι. Το θεωρούσε ευλογία, σημάδι της τύχης. Τις νύχτες στον κάμπο, η φωνή
του γκιώνη που αναζητούσε τον αδελφό του, κατά τον μύθο, ήταν η μόνη του
συντροφιά. Ήξερε πως η ασχολία του θα διαρκούσε ένα δίωρο, αλλά δεν τον
ένοιαζε. Οι αγελάδες του ξαπόσταιναν κάτω από το καλοκαιρινό φεγγάρι κι
εκείνος, ανενόχλητος, απολάμβανε τη μαγεία της νυχτερινής εργασίας του
χαζεύοντας πότε-πότε τις πυγολαμπίδες που είχαν στήσει χορό.
Σαν τελείωσε, ξάπλωσε πάνω
στο χόρτο και ατένισε τον έναστρο ουρανό. Την αγαπούσε τη φύση ο Δημητρός, όπως
και όλοι οι άνθρωποι της υπαίθρου. Είχε καταλάβει πόσο πολύτιμη ήταν και
εκτιμούσε όσα, απλόχερα, τους χάριζε. Κάποια στιγμή, του φάνηκε πως
άκουσε πατήματα και το ανασάλεμα των νερών. Κάποιος ήταν στο ποτάμι. Περίεργος,
σηκώθηκε να δει. Πλησίασε αργά, χωρίς να φοβάται. Άλλωστε, στο χωριό δεν υπήρχε
τίποτα να φοβηθείς. Όλοι ήταν γνωστοί μεταξύ τους, γνωρίζονταν από γεννησιμιού
τους και λίγο-πολύ, ήξεραν ο ένας τα μυστικά του άλλου. Ποια μυστικά, δηλαδή…
Έκθαμβος, είδε μια νέα
γυναίκα να βγαίνει από το ποτάμι. Ήταν όμορφη, το πιο όμορφο πλάσμα που είχε
αντικρίσει ποτέ. Τα μαλλιά της, ασημένια όπως το φεγγάρι, έφταναν μέχρι τους γοφούς
της. Ήταν λεπτή, με όμορφη μέση και χείλη κατακόκκινα σαν τα ρόδα του Μαγιού.
Γύρω της, ένα διάφανο πέπλο που την τύλιγε
σαν πρωινή αχλή. Έμοιαζε με όνειρο. Αν η ομορφιά είχε όνομα, θα ήταν το δικό
της.
Η κοπέλα βγήκε από το νερό,
τίναξε τα μαλλιά της και το λευκό φόρεμα που φορούσε κόλλησε στο δέρμα της,
αλλά δεν την ένοιαξε. Έπειτα, κάθισε κάτω από ένα δέντρο και άρχισε να
τραγουδάει. Για μια στιγμή, το ποτάμι φούσκωσε, θαρρείς από καμάρι για την κόρη
και ακούστηκε ένα έντονο βουητό που έκανε τα πόδια του Δημητρού να λυγίσουν. Τα
νερά του ποταμού αναδεύτηκαν για λίγο και μετά, σώπασαν.
Ο Δημητρός δεν ήταν χαζός.
Κατάλαβε πως είχε μπροστά του την ξωθιά του ποταμού. Είχε ακούσει δεκάδες
ιστορίες για τις ξωθιές των ποταμών, αλλά τις θεωρούσε παραμύθια. Κατάλαβε πως
έπρεπε να φύγει, προτού τον καταλάβει η ξωθιά και θυμώσει μαζί του, αλλά τα
πόδια του είχαν κολλήσει στη γη και τα μάτια του πάνω της. Η καρδιά του χτυπούσε
δυνατά, σε ένα ρυθμό που όμοιό του δεν είχε αισθανθεί ξανά.
Ξάφνου, η ξωθιά γύρισε και
τον κοίταξε. Ανάμεσα στα δέντρα, τα μάτια της εντόπισαν τα δικά του. Είδε την
ντροπή να χορεύει στο βλέμμα της. Κάποιος την είχε εντοπίσει. Ο Δημητρός
αισθάνθηκε τον κίνδυνο, αλλά δεν έφυγε. Η ξωθιά συνέχισε, μα δεν ήταν η όμορφη
νέα που είχε πρωτοδεί. Ένα πλάσμα γερασμένο πήρε τη θέση της, μέχρι που χάθηκε.
Ο Δημητρός έφυγε τρέχοντας.
Πήγε στα ζώα του και οδήγησε το κάρο πίσω στο χωριό. Η καρδιά του εξακολουθούσε
να χτυπά, αλλά αυτή τη φορά από φόβο. Κάτι είχε συμβεί στην ξωθιά και υπεύθυνος
ήταν εκείνος.
Γύρισε στο σπίτι και
κλειδώθηκε στο δωμάτιό του, μην τυχόν και έβλεπε η μάνα τα μάτια του τα
φλογισμένα. Το επόμενο πρωινό δεν βγήκε στα χωράφια να ποτίσει. Ούτε φυσικά το
βράδυ. Το ίδιο και την επόμενη μέρα. Άδικα, τον παρακαλούσε η μάνα του. Τίποτα
εκείνος.
Τρεις μέρες μετά, αποφάσισε
να ξεμυτίσει. Ήταν άυπνος, κουρασμένος και γεμάτος ενοχές, σίγουρος πως είχε
κάνει κακό στην ξωθιά. Πήγε στο καφενείο του χωριού, εκεί όπου μαζεύονταν όλοι
οι άνδρες.
Τα νέα πως κάτι συνέβαινε
στον Δημητρό είχαν ήδη κυκλοφορήσει και όλοι ήταν περίεργοι να μάθουν τι είχε,
ή σχεδόν, όλοι… Ο Δημητρός, όμως, δεν είπε λέξη, μέχρι που τον πλησίασε ο
Πασχάλης, ο πλακατζής του χωριού.
«Μπας, ρε Δημητρό, και είδες
τίποτα φαντάσματα, εκεί στον κάμπο;» τον ρώτησε γελώντας πονηρά.
Ο Δημητρός ανασήκωσε το
κεφάλι ξαφνιασμένος. Μωρέ, πώς στο καλό ήξερε ετούτος το μυστικό του; Ο Πασχάλης
έβαλε τα γέλια, για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι θαμώνες.
«Πλάκα σου κάναμε, μωρέ,
Δημητρό. Εμείς ήμασταν. Θυμάσαι μια βδομάδα πριν που λέγαμε εδώ στο καφενείο
ιστορίες για νεράιδες και πλάσματα; Εσύ γελούσες και έλεγες πως δεν υπάρχουν».
Ναι, το θυμόταν. Δεν πήγαινε
μία βδομάδα. Ήταν έντονη η συζήτηση και είχε διαφωνήσει με δύο γέροντες που
έλεγαν φανταστικές ιστορίες. Ο Δημητρός ήταν από τους λίγους που είχε
προχωρήσει στο σχολειό και ήξερε καλά πως οι μύθοι ήταν μέρος της ανθρώπινης
φαντασίας.
«Να, θέλαμε να σου
αποδείξουμε πως κάνεις λάθος. Να φοβηθείς, μωρέ, λιγάκι. Να σε ταρακουνήσουμε.
Ντύσαμε τον Μπάμπη γυναίκα, του δώσαμε να κρατά στα χέρια δυο κεριά και τον
στείλαμε στο ποτάμι να σε τρομάξει. Μια χαρά τα κατάφερε!» συνέχισε ο Πασχάλης
γελώντας.
«Όχι» απάντησε με πείσμα ο
Δημητρός. «Εγώ ξέρω τι είδα» φώναξε χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. «Όμως, η
ξωθιά του ποταμού πέθαινε» συνέχισε προκαλώντας περισσότερα γέλια.
«Πάει, αποτρελάθηκες κι εσύ,
ο σπουδαγμένος» του φώναξε ένας άλλος. Ο Δημητρός έφυγε τρέχοντας για το σπίτι.
Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Τι ήταν αυτά που του έλεγαν; Αυτός ήταν
σίγουρος πως είχε συναντήσει την ξωθιά του ποταμού. Έζεψε το μοναδικό άλογο που
είχαν στον στάβλο τους και έφυγε καλπάζοντας για το ποτάμι.
Το φεγγάρι ήταν στη γέμισή
του. Ο κάμπος ήταν λουσμένος στο φως και τα πλάσματα του τόπου έμοιαζαν
εκστασιασμένα από την υπέροχη ετούτη νύχτα. Κουκουβάγιες, νυχτερίδες αλλά και μια
αλεπού έκαναν τη νυχτερινή τους βόλτα στα χωράφια.
Πήγε στο ποτάμι. Πλησίασε στο
δέντρο, εκεί όπου είχε δει την ξωθιά. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμο. Πότε-πότε, κάνα
νερόφιδο έβγαζε το κεφαλάκι του στην επιφάνεια και μετά, χανόταν ξανά.
Απελπισία είχε αρχίσει να κυριεύει τον Δημητρό. Να ήταν όλα ένα αστείο; Ένα
κακόγουστο αστείο; Δεν μπορεί… Και τότε, ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου, είδε
ένα λευκό φόρεμα. Τόσο λεπτό που έμοιαζε διάφανο. Ήταν της ξωθιάς, το
αναγνώρισε με τη μία. Δεν ήταν τρελός, να η απόδειξη που ζητούσε. Θα το έπαιρνε
να το δείξει και στους άλλους. Κίνησε να φύγει, όταν άκουσε ξανά θόρυβο. Γύρισε και είδε την ξωθιά να μπαίνει
στα νερά του ποταμού και να βυθίζεται μέχρι που χάθηκε από μπροστά του.
Το κεφάλι του άρχισε να
βουίζει. Τι σόι παιχνίδι ήταν αυτό που του έπαιζε η φαντασία του; Κοίταξε τα
χέρια του. Το φόρεμα είχε χαθεί. Άρχισε να φωνάζει και να κλωτσάει ό,τι έβρισκε
μπροστά του. Τέτοιαν οργή η ψυχή του δεν είχε αισθανθεί ποτέ. Αχ και να τους
έπιανε όλους στα χέρια του που τόλμησαν να παίξουν μαζί του! Τότε, συνέβη κάτι
που τον άφησε άλαλο. Η ξωθιά εμφανίστηκε μπροστά του. Τι πλάσμα μαγικό ήταν
ετούτο. Έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη. Μετά, χάθηκε για πάντα.
Ο Δημητρός, σαν υπνωτισμένος,
πήγε ξανά στο άλογό του και γύρισε στο χωριό. Σαν τον είδαν να επιστρέφει,
πρώτος ο Πασχάλης έτρεξε κοντά του να του ζητήσει συγγνώμη για το κακόγουστο
αστείο του. Ο Δημητρός έκανε κάτι να πει, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι
του. Προσπάθησε ξανά, τίποτα. Κατάλαβε. Η ξωθιά του είχε πάρει τη λαλιά. Σε μια
στιγμή, το βλέμμα του κόλλησε στο πουθενά. Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Κατάλαβαν πως ο Δημητρός τρελάθηκε.
Κάθε πανσέληνο, ο Δημητρός
κατεβαίνει στο ποτάμι, μήπως και συναντήσει την ξωθιά που του πήρε τη φωνή. Τον
υπόλοιπο καιρό, βγάζει άναρθρους ήχους, προσπαθεί να διηγηθεί την ιστορία του,
αλλά όλοι ξέρουν πως ο Δημητρός απόκαμε εκείνο το βράδυ και σκύβουν το κεφάλι
ενοχικά. Τον λένε τρελό. Είναι ο τρελός του χωριού. Εκείνος, όμως, κάθε
πανσέληνο χαμογελά και ξέρει. Θα την πιάσει την ξωθιά, πού θα του πάει…
ΥΓ. Κάθε τόπος είναι ''ντυμένος' με τους μύθους και τις ιστορίες που διηγούνται οι γεροντότεροι. Οι ιστορίες με μυθικά πλάσματα είναι ίσως από τις πιο αγαπημένες. Άλλωστε, οι άνθρωποι θεωρούν αλλόκοτο ό,τι δεν μπορούν να εξηγήσουν...
Κυριακή 25 Αυγούστου 2013
Goodbye summer
Bράδυ Κυριακής, ''σουλατσάρω'' στην αρχική μου σελίδα στο Facebook. Δεκάδες αναρτήσεις για το καλοκαίρι που φεύγει, για την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου. Αισθάνομαι πως διαβάζω τον επικήδειο του φετινού καλοκαιριού, ο οποίος- τι σύμπτωση- είναι ακριβώς ίδιος με του περσινού.
Προσωπικά, ανήκω στους γκρινιάρηδες του καλοκαιριού. Δεν το συμπαθώ ιδιαίτερα, μάλλον δεν το συμπάθησα ποτέ. Με κουράζουν οι μεγάλες μέρες, αυτές που ξεκινούν πολύ νωρίς το πρωί και φτάνει εννιά + για να τελειώσουν, επιτέλους. Άλλωστε, σε τι διαφέρει το καλοκαίρι από τον χειμώνα, αφού οι διακοπές σου δεν γίνεται να διαρκέσουν περισσότερο από μία βδομάδα; Μία βδομάδα και αυτό εφόσον είσαι αρκετά τυχερός, πια.
Πέρα από την προοπτική της άδειας που σου προσφέρει το καλοκαίρι μετά από έναν ολόκληρο κοπιαστικό χειμώνα, σου προσφέρει στιγμές. Από όποιαν οπτική γωνία και αν το δεις, το καλοκαίρι είναι στιγμές. Είναι το μπάνιο σε κάποια από τις εκατοντάδες πανέμορφες ελληνικές ακρογιαλιές, είναι ο καφές σε κάποια ξαπλώστρα και η αίσθηση πως κάποιος άλλος φροντίζει για σένα (ακόμα κι αν αυτόν τον καφέ τον πληρώνεις για χρυσάφι), είναι τα μικρά, υπαίθρια καφέ, οι βόλτες στην άδεια πόλη και η εύκολη πρόσβαση σε όποια γωνιά της θελήσεις, είναι η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας μακριά από όλους και όλα, λες και αυτόματα παραγράφονται οι υποχρεώσεις (σαν αδίκημα ένα, ένα πράγμα, μετά το πέρας της πενταετίας) και αποκτάς μόνο δικαιώματα. Βασικά, ένα δικαίωμα: το να αισθανθείς για λίγες στιγμές ένας μικρός Κροίσος.
Στην Ελλάδα, υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι που παίρνουν άδεια μόνο το καλοκαίρι. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να πληρώνονται τις υπερωρίες και χωρίς να παίρνουν ρεπό. Είναι λογικό, λοιπόν, να περιμένουν το καλοκαίρι με ανυπομονησία. Από αύριο - οι πιο τυχεροί από την επόμενη βδομάδα- όλοι επιστρέφουμε στη γνωστή καθημερινότητά μας, εκείνη που ορίζει πως άδεια, ξανά, του χρόνου... Αυτό για όσους επιμένουν να υποστηρίζουν πως είμαστε ένας τεμπέλης λαός.
Ευτυχώς, το παρήγορο στην όλη ιστορία είναι πως ως Έλληνες ξέρουμε να φτιάχνουμε στιγμές και να τις απολαμβάνουμε υπό όλες τις συνθήκες...
Σάββατο 24 Αυγούστου 2013
Μαθήματα Ανθρώπων
Παρασκευή πρωί, βολτάρω στην τοπική αγορά. Δεν θέλω να ψωνίσω. Πώς άλλωστε να ψωνίσεις με την τσέπη άδεια ή με την τσέπη να προορίζεται μόνο για τα απαραίτητα της καθημερινότητας; Παρόλα αυτά, μπαίνω σε ένα από τα μαγαζιά όπου συνηθίζω (ή μήπως συνήθιζα) να ψωνίζω για να χαζέψω- να περάσω την ώρα μου.
Πρόκειται για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, την οποία δουλεύει ένα ζευγάρι και η κόρη τους, ένα κορίτσι συνομήλικό μου που πάσχει από σύνδρομο Down. Κάποιοι από τους πελάτες εκπλήσσονται βλέποντάς την να τους πλησιάζει για να τους εξυπηρετήσει. Έχω δει την αμηχανία στα πρόσωπα κάποιων, η οποία μεγαλώνει καθώς τη βλέπουν να κινείται με άνεση στο κατάστημα και να τους εξυπηρετεί με απίστευτη ευγένεια, αλλά και με τη διάθεση να πει τη γνώμη της για το αν το ρούχο τους ταιριάζει ή όχι. Η ειλικρίνειά της, ομολογώ πως με εκπλήσσει πολλές φορές. Το ίδιο και των γονιών της, παρότι ξέρουν πως μια αρνητική γνώμη σημαίνει πως δεν θα πουλήσουν.
Τα ρούχα που βρίσκονται κρεμασμένα στις κρεμάστές τους ποικίλουν, όσον αφορά στην ποιότητα. Από μέτρια μέχρι εξαιρετικά. Το κοινό όλων, όμως, είναι οι τιμές τους: χαμηλές, αντικειμενικά χαμηλές. Ξέρεις, από εκείνες που σε προκαλούν ανοιχτά όταν βρεις κάτι που σου αρέσει πολύ.
Έτσι, την πάτησα κι εγώ. Είδα όχι ένα, δύο κομμάτια που μου άρεσαν πολύ (και μην ακούσω κουβέντα για τη γυναικεία φιλάρεσκη φύση). Οι τιμές τους κάτι περισσότερο από καλές. Με προκαλούσαν ανοιχτά να τα αγοράσω. Με τα πολλά, αποφάσισα να αγοράσω μόνο το ένα. Πηγαίνοντας στο ταμείο, είδα ένα βραχιόλι που μου άρεσε εξίσου, αλλά είπα όχι, θα αντισταθώ. Ο ιδιοκτήτης μου χαμογέλασε, μου έκοψε απόδειξη και με χαιρέτησε.
Βέβαια, λίγα μέτρα μακριά, αποφάσισα ότι θέλω και το δεύτερο κομμάτι, οπότε γύρισα να το πάρω. Μπαίνοντας στο μαγαζί, ο ιδιοκτήτης μου χαμογέλασε, έβαλε το δεύτερο ρούχο στην τσάντα, μου έκοψε ξανά απόδειξη και μου έβαλε δώρο στη σακούλα το βραχιόλι που είχα δει.
Συμπέρασμα Νο1: οι μικροί επαγγελματίες μπορούν και κάνουν τη διαφορά. Οφείλουμε να τους στηρίζουμε, αντί να συντελούμε στο κλείσιμό τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Συμπέρασμα Νο2: όλα έχουν να κάνουν με την ποιότητα του ανθρώπου και τον τρόπο που βλέπει τη ζωή ή αντίστοιχα, τον πελάτη.
Συμπέρασμα Νο3: αν η κοπέλα δεν είχε την τύχη να έχεις γονείς τους ιδιοκτήτες, δύσκολα θα έβρισκε δουλειά, ενώ αποδεικνύει σε καθημερινή βάση πως είναι ισάξιο μέλος της κοινωνίας μας και ως τέτοιο πρέπει να την αντιμετωπίζουμε.
Συμπέρασμα Νο4: μπορεί να επέστρεψα σπίτι μου με 20 ευρώ λιγότερα, όμως παραδέχομαι πως πέρα από την ευθυμία που προκαλεί η αγορά του καινούριου, αισθάνθηκα πληρότητα και ελπίδα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





