Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σαν Τοσοδούλα

Βγήκε τρέχοντας από την αίθουσα, από την αίθουσα  όπου για λίγο είχαν στεγαστεί η επιτυχία και τα όνειρά της ή έτσι νόμιζε. Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι ήταν εκεί να την επιβραβεύσουν για τους κόπους της, για όλα όσα είχε πετύχει. Προτού αποχωρήσει, λίγο πριν τα δάκρυα στα μάτια της σχηματίσουν ποταμούς που δεν ήθελε να φανερωθούν στον κόσμο, στάθηκε και κοίταξε ένα-ένα τα πρόσωπα των καλεσμένων της. Πρόσωπα οικεία και γνωστά που κατά καιρούς είχαν μοιραστεί μαζί της στιγμές, αλλά σήμερα δεν σήμαιναν τίποτα απολύτως για εκείνη.
         Έβγαλε τα παπούτσια, κράτησε το μακρύ της φόρεμα στη μια της χούφτα και άρχισε να περπατάει καταμεσής του δρόμου ενώ η βροχή που έπεφτε ήσυχη ώρα τώρα αυλάκωνε το πρόσωπό της και γινόταν ένα με τα δάκρυά της. Ένας περαστικός την κοίταξε παραξενεμένος, μάλλον την είχε περάσει για αλλόφρων. Τι σόι λογικός άνθρωπος άλλωστε θα περπατούσε ξυπόλητος στον δρόμο φορώντας ένα ακριβό φόρεμα με όμορφα κοσμήματα στον λαιμό και στο χέρι; Μόνο ένας άλογος  θα το έκανε και απόψε, αισθανόταν ότι ήταν πολύ κοντά στον παραλογισμό.
           Κάθισε στα σκαλοπάτια μιας μονοκατοικίας. Τα παράθυρά της ήταν κλειστά και κανένα φως ή ίχνος ζωής δεν φανερωνόταν στο εσωτερικό της. Σκοτάδι παντού και μοναξιά, όπως ακριβώς και στην ψυχή της. Προσπάθησε για μια στιγμή να αναλογιστεί πως ήταν η ζωή της όλα αυτά τα χρόνια. Να μετρήσει τα σωστά της, να μετρήσει και τα λάθη της. Να δει πού έφταιξε και τι έκανε στραβά. Να ανασύρει από τη μνήμη της τους ανθρώπους που ήρθαν και τη γκρέμισαν, που τους άφησε να την γκρεμίσουν κι εκείνους που της άπλωσαν το χέρι όταν ο κόσμος έμοιαζε το πιο άσχημο μέρος στον πλανήτη.
               Σαν ταινία ο χρόνος και οι σκέψεις και αρκούσε μία μόνο στιγμή για να συνειδητοποιήσει πως δεν μετάνιωνε για τίποτα απ’ όσα είχε πράξει, πως αγαπούσε τα λάθη της όσο και τα σωστά της κι ας ήταν περισσότερα στη ζωή της.  
          Καθώς η βροχή έπαιρνε να κοπάσει, σηκώθηκε να φύγει και τότε το θυμήθηκε, το μικρό σκαλιστό ανθρωπάκι που της είχε κάνει δώρο η θάλασσα μια βραδιά σαν αυτήν. Μια βραδιά που ένιωθε πως είχε χάσει ό,τι πολυτιμότερο είχε: τον εαυτό της. Το ξέβρασε το κύμα σχεδόν στα πόδια της. Είχε μια επιγραφή στη βάση του. «Να σε προσέχεις σαν να κρατάς ένα μωρό στη χούφτα σου». Το θεώρησε Θείο Δώρο. Έτσι έπρεπε να έχει τον εαυτό της, σαν μωρό και να θυμάται να το κανακεύει πότε-πότε- κάτι που είχε ξεχάσει από καιρό. Μόνο να τον ‘μαστιγώνει’ ήξερε πια. Να του ζητάει να γίνει καλύτερος, τέλειος ξεχνώντας ότι την τελειότητα την αγγίζουν μόνο οι θεοί- παρότι και αυτοί ακόμα κουβαλούν πάντα τα ψεγάδια της ανθρώπινης ψυχή τους.
              Πήρε ξανά τα ακριβά παπούτσια της στο χέρι και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μπροστά σε μια μεγάλη λακκούβα από νερό, είδε την αντανάκλαση του ειδώλου της. Χαμογέλασε ενώ στο χέρι της έσφιγγε το ανθρωπάκι. Στην πραγματικότητα, κανάκευε τον εαυτό της.
Περπάτησε μέχρι την αίθουσα όπου λάμβανε χώρα η σπουδαία εκδήλωση προς τιμή της. Οι περισσότεροι σάστισαν βλέποντάς την σε αυτά τα χάλια. Χάλια για τους άλλους, σωστά για εκείνη. Ήταν επιτέλους ελεύθερη, σαν η βροχή να την εξιλέωσε…


ΥΓ. Κάκια Ξύδη, σ' ευχαριστώ που χωρίς να το ξέρεις- έπειτα από μια κουβέντα μας- με ενέμπνευσες να γράψω αυτό το κείμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου