Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Το ζωντάνι, Νατάσα Γκουτζικίδου


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένα χωριό κτισμένο σε έναν καταπράσινο λόφο. Πλατάνια στεφάνωναν τις αυλές των σπιτιών και αγκάλιαζαν τους τοίχους, ενώ το βράδυ, όταν όλα ηρεμούσαν, έφτανε από μακριά το τραγούδι του ποταμού συνοδευόμενο από το κόασμα των βατράχων. Χαμογελούσαν τότε εκείνοι που καταλάβαιναν την γλώσσα των ζώων και των πουλιών γιατί ήξεραν πως η Φύση, μέσω των πλασμάτων της, σιγοψιθύριζε το μυστικό του κάστρου. Εκεί, στην ανατολική πλευρά του χωριού, δέσποζε ένα κάστρο, βγαλμένο θαρρείς από παραμύθι.
Είχαν περάσει χρόνια από τότε που βασιλιάδες και βασιλοπούλες το είχαν επιλέξει για σπίτι τους. Το κάστρο ατένιζε μόνο του πια την απεραντοσύνη του κάμπου. Άλλοτε οχυρό ενός ισχυρού αυτοκράτορα που έκρυβε εκεί τα χρήματα της αυτοκρατορίας του, μα τώρα κενό. Το είχαν όλοι εγκαταλείψει και εκείνο έμοιαζε παραπονεμένο. Μόνη του συντροφιά οι μαργαρίτες που φύτρωναν ανάμεσα στις πολεμίστρες και τα πουλιά που έβρισκαν καταφύγιο καθώς ο ήλιος έδυε και έβαφε με τα χρώματά του τους δύο πύργους του.
Δύο πύργοι πανύψηλοι, που νόμιζες πως θα αγγίξουν τα σύννεφα. Ο ένας ήταν λίγο πιο μεγάλος από τον άλλον και η σκάλα που οδηγούσε στον πάτο τους είχε από χρόνια γκρεμιστεί, με τόσα πολλά σκαλιά που ποτέ κανείς δεν είχε κατέβει. Το βράδυ όμως κάτι παράξενο συνέβαινε στα έγκατά του γιατί ακουγόταν φασαρία, θαρρείς και κάποιος έσκαβε με δύναμη κάτι να βρει. Τα χρόνια περνούσαν και η φαντασία των κατοίκων οργίαζε. Τι να έκρυβε το κάστρο; Ποιο να ήταν το μεγάλο του μυστικό; Η αχλή του χρόνου τύλιγε τους πύργους με τα πέπλα της και ολοένα και περισσότεροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα μυστικά που έκρυβε το βυζαντινό κάστρο στα έγκατά του. Το «ζωντάνι», όπως το αποκαλούσαν οι παλιότεροι, είχε τελικά ένα μυστικό…
Ανόητη ονομασία θα μου πείτε. Τι σημαίνει «ζωντάνι»; Τα φτερά της φαντασίας είχαν δημιουργήσει έναν ακόμα θρύλο, από αυτούς που πλέκει με το αδράχτι της μια όμορφη κυρά.
Όσο ο θόρυβος από τα έγκατα του κάστρου μεγάλωνε τις νύχτες, τόσο οι κάτοικοι άρχιζαν να αισθάνονται περιέργεια για το τι πραγματικά συνέβαινε. Τόσα χρόνια πίστευαν πως εκεί φυλάκιζε ο αυτοκράτορας τους εχθρούς του, γι’ αυτό και ελάχιστα τους απασχολούσε. Άλλωστε όλα ήταν πολύ ήρεμα μέχρι τότε. Μα τώρα είχαν αρχίσει να διερωτώνται σοβαρά μήπως οι ψυχές των νεκρών ζητούσαν κάτι από τους ζωντανούς. Εκείνοι που είχαν σπίτια στη σκιά του κάστρου άρχισαν να ασφαλίζουν τα παραθυρόφυλλά τους, αλλά όσο ο καιρός περνούσε και τίποτα το παράξενο δεν συνέβαινε, οι κάτοικοι επέστρεφαν στις συνήθειές τους και η ζωή συνεχιζόταν με τους γνωστούς ρυθμούς της.
 
Μα ως γνωστόν, η περιέργεια είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και κανείς δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Έτσι, κάποιοι άνδρες από το χωριό φάνηκαν αποφασισμένοι να λύσουν το μυστήριο. Θα κατέβαιναν στο «ζωντάνι». Το είχαν πάρει απόφαση. Ωστόσο, η κατάβαση δεν θα ήταν εύκολη. Οι πύργοι ήταν στενοί και μόνο ένας άνθρωπος χωρούσε να περάσει κάθε φορά. Ποιος θα ήταν ο γενναίος που θα πήγαινε μπροστά;
Χμ… Δύσκολη απόφαση. Τελικά, αποφάσισαν να ρίξουν κλήρο. Έτυχε στο γιο του κοινοτάρχη, έναν νεαρό άνδρα που πάντοτε κοκορευόταν για τα κατορθώματά του. Τι να κάνει εκείνος; Άλλαξε δέκα χρώματα, αλλά να πει όχι δεν μπορούσε. Ζώστηκε το όπλο του και κίνησε μπροστά. Πίσω του πήγαιναν οι υπόλοιποι. Ήταν μια ήρεμη καλοκαιρινή βραδιά, από αυτές που δεν θέλεις να αφήσεις το ονειροπόλημα και τη θέα του ξάστερου ουρανού. Ο ουρανός στο χωριό ήταν διαφορετικός. Γεμάτος αστέρια και ένα ολόγιομο φεγγάρι να καθρεφτίζει το πρόσωπό του στο ποτάμι. Φορούσε η Σελήνη τα καλά της και κολυμπούσε στα νερά του. Μια ερωτική συνεύρεση ανάμεσα στην κυρά του ουρανού και στον κύρη του κάμπου.
Κατέβαινε ο γιος του κοινοτάρχη και κατέβαινε, μα τελειωμό δεν είχε το «ζωντάνι». Ευτυχώς, όλα έδειχναν ήρεμα. Κανένας ήχος από αυτούς τους παράξενους που ακούγονταν κάθε βράδυ. Ξαφνικά, αισθάνθηκε πως είχε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Κούνησε το σκοινί για να κατέβουν και οι άλλοι και έβαλε μια δυνατή φωνή. Η ηχώ την ταξίδεψε σε κάθε αίθουσα του κάστρου και τη γύρισε πίσω. Άκουσε τους άλλους που ενθαρρυμένοι από εκείνον ετοιμάζονταν να κατέβουν με περίσσια τόλμη. Άναψε το κερί που είχε μαζί του και ο τόπος φωτίστηκε.
Μα καλά, αυτό ήταν το «ζωντάνι»; Ένας ατελείωτος διάδρομος που προφανώς οδηγούσε μακριά από το χωριό σε περίπτωση εισβολής στο κάστρο; «Ανοησίες των χωρικών», σκέφτηκε ο άντρας, μα την προσοχή του τράβηξε ένα μπαούλο. «Λίρες», συλλογίστηκε και τα μάτια του έλαμψαν. Πήγε κοντά, όταν πρόσεξε κάτι να αργοσαλεύει. Έριξε το φως του κεριού πάνω του και έκθαμβος είδε μια νεαρή γυναίκα. Ένα πλάσμα πανώριο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της σκέπαζαν όλη την πλάτη της και τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα στο φως του κεριού. Δεν έδειχνε να φοβάται από την ανδρική παρουσία. Εκείνος έκανε κάτι να πει, αλλά η κοπέλα έφερε το δάχτυλο στο στόμα της και του έκανε νόημα να σωπάσει. Μετά, του έδειξε το μπαούλο σαν σε προτροπή. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος για όλα αυτά που μπορούσε να αποκτήσει, που δεν πρόσεξε την επιγραφή στο καπάκι και αναφώνησε χαρούμενος: «Είναι όλα δικά μου, κι εσύ θα γίνεις δική μου!»
Πήγε κοντά της να την αρπάξει και κάτι να πει, μα τότε κατάλαβε πως λαλιά δεν έβγαινε από τα χείλη του. Προσπάθησε ξανά και ξανά, μα τίποτα. Τότε μόνο παρατήρησε τα χαραγμένα λόγια. Όποιος μιλούσε, έχανε για πάντα τη λαλιά του. Πανικοβλήθηκε. Βρήκε το σκοινί και άρχισε να σκαρφαλώνει. Στα μισά της διαδρομής βρήκε τους άλλους, μα δεν μπορούσε να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί. Όλοι τον κοιτούσαν τρομαγμένοι αλλά δεν καταλάβαιναν τίποτα. Τον πήραν μαζί τους και ανέβηκαν στην επιφάνεια. Τον κοιτούσαν έντρομοι να κουνά τα χέρια πάνω-κάτω και να μην μπορεί να μιλήσει. Ένας από τους άνδρες σκέφτηκε τελικά να φέρει χαρτί και μολύβι και να του δώσει να γράψει. Έγραψε εκείνος όλες κι όλες τρεις λέξεις: θησαυρός, νύμφη, λαλιά. Όλοι όμως τον πέρασαν για τρελό. Φαντάστηκαν πως φοβήθηκε τόσο, που έχασε τη φωνή του! Ούτε όμως κανείς άλλος έδειχνε πρόθυμος να κατέβει εκεί. Έτσι, το κάστρο σφραγίστηκε και κανείς δεν μίλησε ξανά γι’ αυτό.



Συνεχίζεται....

2 σχόλια: