Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Άγγελοι πολέμου, απόσπασμα


Λίγο ελληνικό άρωμα από τους ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥ.


«Αχ, Ελλάδα!» αναστέναξε στη θύμηση του μοναδικού καλοκαιριού που είχε περάσει στην πατρίδα της. Ήταν τότε που οι αντιστάσεις του πατέρα της για επιστροφή στη γενέτειρα κάμφθηκαν μπροστά στο πείσμα και στη νοσταλγία της μητέρας της. Τι υπέροχο καλοκαίρι ήταν τούτο! Θάλασσα και ουρανός έσμιγαν αρμονικά σ’ ένα πρωτόγνωρο αγκάλιασμα, γινόταν ένα υπό το φως της σελήνης, της ουράνιας αυτής θεάς και του ήλιου, του γενναιόδωρου φωτοδότη που όλα στην πλάση τα ορίζει. Ουρανός και θάλασσα ερωτοτροπούσαν για χάρη τους…
            Το ταξίδι με το τρένο κράτησε πολλές ώρες αλλά ούτε η Άλκηστη ούτε η Έλλη έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Εικόνες και τοπία εναλλασσόταν κάθε λίγο. Έλατα και βελανιδιές παραχωρούσαν τη θέση τους σε λίμνες και ποτάμια, μικρά χωριά και μεγάλες πόλεις, ανθρώπους και τόπους διαφορετικούς απ’ αυτούς που είχαν γνωρίσει. Κανένας όμως δεν μπορούσε να συγκριθεί με την Ελλάδα. Με το που έφτασαν στην Αθήνα ένιωσαν τον αέρα ν’ αλλάζει. Τι είχαν απογίνει η υγρασία και η ομίχλη της βρετανικής πρωτεύουσας; Ποιο ήταν το φωτεινό πλάσμα που χαμογελούσε ψηλά στον ουρανό λες και τους έγνεφε; Ώστε έτσι ήταν η ζωή στην Ελλάδα, φωτεινή!
            Χάρη στον Αχιλλέα και στο Μιχάλη, τους γιους του θείου Αγησίλαου, περπάτησαν σε κάθε σχεδόν σπιθαμή της πόλης. Τίποτα ωστόσο δεν γοήτευσε την Άλκηστη όσο η Πλάκα, η παραμυθένια γωνιά της πόλης που θύμιζε περισσότερο νησί. Τ’ Αναφιώτικα δεν ήταν παρά ένας παράδεισος, μια μικρή όαση… Το μεθυστικό άρωμα του νυχτολούλουδο πλημμύριζε τα γραφικά σοκάκια, τα γεμάτα χαρούμενες παιδικές φωνές και όνειρα, ενώ τα γεράνια στις γλάστρες έφεραν στο μυαλό κατακόκκινα φιλιά. Οι άνθρωποι περπατούσαν ξέγνοιαστοι στα στενά δρομάκια με το βλέμμα πάντοτε στραμμένο προς τον Παρθενώνα, το ιερό της Ολύμπιας Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης και αφέντρας της ιστορίας της. Αργά το βράδυ όταν το φως της ημέρας χανόταν πίσω από τα βουνά, τα καφενεδάκια γέμιζαν κόσμο, ντόπιους και ξένους που προσπαθούσαν να ξεκλέψουν μια στιγμή ευτυχίας, μια νότα χαράς, κάτι που θα τους έβγαζε από τη δίνη της μονοτονίας και την ανία της καθημερινότητας.
            Ακολούθησαν οι μέρες στο νησί. Πίσω από τους τεράστιους όγκους των μεσαιωνικών τειχών, εκεί όπου άλλοτε περιδιάβαιναν ιππότες με αστραφτερές πανοπλίες, τώρα η Άλκηστη ζούσε το δικό της παραμύθι. Έχουν τα παραμύθια τον τρόπο τους να σε παρασύρουν και να σε κάνουν να ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά. Τι και αν ο Αχιλλέας επέμενε να της θυμίζει ότι οι ρομαντικές ιστορίες για πριγκιπόπουλα και πριγκιποπούλες ήταν μέρος του μύθου, η φαντασία της Άλκηστης επέμενε να καλπάζει σαν κάτασπρο άτι…
            Αργά το βράδυ όταν ο ήλιος χανόταν στα γαλάζια νερά βάφοντας με χρυσοκόκκινες ανταύγειες τα απόρθητα τείχη, ο ήχος κάποιας μπουρού ταξίδευε το μυαλό πάνω σε κύματα γαλάζια. Με τα παπούτσια στα χέρια και τη θαλασσινή αλμύρα να νοτίζει το φόρεμά της, η Άλκηστη απολάμβανε να περπατά στην ακρογιαλιά με μοναδική συντροφιά κάποιο ψαροπούλι που ξεμάκραινε από τη ρώτα του. Στεκότανε λίγο σιμά της και μετά ξάνοιγε τα φτερά του να πετάξει ψηλά παίρνοντας μαζί τα όνειρά της…

1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο βιβλίο! Η συγγραφέας το έχει γράψει με ένα μοναδικό τρόπο που μέσα από ένα πόλεμο αναδεικνύει τη δύναμη της καρδιάς και της αγάπης, αλλά και της εκμετάλλευσης των συναισθημάτων και της υποταγής στα πρέπει που στο τέλος οδηγούν στην απόλυτη καταστροφή! Μου κράτησε πολύ γλυκιά παρέα και πρόσθεσε πράγματα στο γνωστικό μου ιστορικό!
    Το συστήνω θερμά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή